Το θέμα

Και τελικά εμείς τί προτείνουμε πάνω στο θέμα της ενέργειας;

Μα τελικά τί προτείνετε όλοι εσείς; Δεν θέλετε ανεμογεννήτριες, δεν θέλετε υδροηλεκτρικά εργοστάσια, δεν θέλετε εξορύξεις πετρελαίου, δεν θέλετε πυρηνική ενέργεια, με το λιγνίτη που σπέρνει καρκίνο στην δυτική Μακεδονία και στην Πελλοπόνησο θα συνεχίσουμε; Είναι ένα ερώτημα που μόνο θυμηδία προκαλεί όταν τίθεται από-τα-πάνω, απ’ αυτούς που αφού ερημοποίησαν και έσπειραν τον θάνατο σε ολόκληρους νομούς στο όνομα της ενεργειακής αυτάρκειας και των εξασφαλισμένων θέσεων εργασίας, τώρα κόπτονται για την υγεία εργαζομένων και κατοίκων. Είναι όμως ένα έυλογο και αναπόφευκτο ερώτημα που το συναντάμε στις συνελεύσεις μας και στις συζητήσεις τριγύρω μας. Είναι ένα ερώτημα το οποίο θεμελιώνεται σε μία σειρά υπόρρητων αξιωμάτων, οπότε και η συζήτηση γύρω απ΄αυτό το ερώτημα θα πρέπει να ξεκινήσει από τα βασικά. Και κινούμενη πάντοτε σε πρώτο πληθυντικό, στο τί κάνουμε όλοι εμείς, και όχι σε δεύτερο πληθυντικό, ωσάν να αναζητούμε τους “ειδικούς” που θα μας δώσουν τη λύση.

Ποιος και για ποιον παράγει ενέργεια;

Πριν τη βασική αυτή ερώτηση, λοιπόν, πιστεύουμε ότι προηγούνται κάποιες άλλες. Όπως το ποιός παράγει την ενέργεια και για ποιον. Η απάντηση αυτή δεν θα μπορούσε να εξαντλείται στο απλοϊκό σχήμα “το κράτος για τους πολίτες του”, γιατί ζούμε σε ένα καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Γιατί εαν το σχήμα ήταν τόσο απλό δεν θα μιλούσαμε σήμερα για την ενεργειακή φτώχεια, για κάποιες δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην ευρώπη που δεν έχουν επαρκή θέρμανση και αδυνατούν να καλύψουν τους λογαριασμούς του ρεύματος. Γιατί εάν το σχήμα ήταν τόσο απλό δεν θα μιλούσαμε για την αδυναμία κάποιων εκατομμυρίων ανθρώπων στην ελληνική επικράτεια να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες για θέρμανση, δροσισμό, φωτισμό ή και μαγείρεμα. Είναι οι ιστορίες των νεκρών από σόμπες και αυτοσχέδια μαγκάλια μέσα στα σπίτια τους για να ζεσταθούν. Είναι οι ιστορίες των λεβητών στις πολυκατοικίες που έχουν να ανάψουν κάποια χρόνια. Είναι οι ιστορίες των ουρών διακανονισμού των απλήρωτων λογαριασμών ρεύματος.

Σε μία ταξική κοινωνία η ενέργεια παράγεται από τα αφεντικά για να καλύψει πρώτα τις δικές τους ανάγκες. Είτε είναι μιλιταριστικές, για τις τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας, των πολέμων αλλά και της διαρκούς προετοιμασίας γι΄αυτούς (ένας από τους μεγαλύτερους στρατούς, ο αμερικάνικος, παράγει περίπου το 40% των παγκόσμιων εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα και καταναλώνει 86 εκατομμύρια βαρέλια καυσίμων για επιχειρησιακούς σκοπούς), είτε είναι εμπορικές, είτε είναι καταναλωτικές. Η θέση ότι χρειαζόμαστε περισσότερη ενέργεια δεν απαντά στην ανάγκη κάλυψης των βασικών αναγκών μας, αλλά στην ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγή και κατανάλωση άχρηστων προϊόντων τα οποία επιβεβαιώνουν μια αφηρημένη ταυτότητα ευδαιμονίας του πολίτη του δυτικού κόσμου. Ο αέναος κύκλος της παραγωγής, της κατανάλωσης και ξανά της παραγωγής, είναι η πεμπτουσία του καπιταλισμού. Είναι σαν να πηγαίνουμε στους Batek, την τελευταία νομαδική φυλή της ζούγκλας της Μαλαισίας, τεράστιες εκτάσεις της οποία αποψιλώνονται για την βιομηχανική καλλιέργεια φοινικών για την παραγωγή φοινικέλαιου, και να τους θέτουμε το ερώτημα ποια είναι η άποψή σας για το πόσο πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή φοινικέλαιου, ενώ το ζήτημα είναι η ίδια τους η επιβίωση στον προγονικό τους τόπο.

Μια περισσότερο πολιτική και λιγότερο τεχνική συζήτηση

Η παραγωγή της ενέργειας δεν είναι ένα αφηρημένο τεχνικό ζήτημα. Εάν αποτελούσε τέτοιο μόνο, η τεχνολογική γνώση που κατέχουμε σήμερα θα μπορούσε να μειώσει όσο το δυνατόν το οικολογικό αποτύπωμα, όπως θα μπορούσε και να εξαλείψει και την ενεργειακή φτώχεια. Το ότι δε συμβαίνει (και ούτε θα συμβεί), έχει να κάνει με αυτό που γράψαμε και λίγο παραπάνω. Με το ποιός κατέχει την επιστημονική γνώση και για ποιον σκοπό τη χρησιμοποιεί. Η συζήτησή μόνο με όρους τεχνικούς (υπάρχουν φυσικά και αυτοί) επιδιώκει να θέσει εκτός κουβέντας τον καθένα και τη καθεμιά από εμάς. Η παραγωγή ενέργειας είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Αυτό το μαρτυρούν με τον πιο αδυσώπητο τρόπο οι δεκαετίες πολέμων για τα ενεργειακά αποθέματα στη Μέση Ανατολή, ο εκτοπισμός εκατομμυρίων ανθρώπων, οι διακρατικές συμφωνίες για αγωγούς που κάποιοι θα κατασκευαστούν και κάποιοι θα μείνουν στα χαρτιά, τα γεωστρατηγικά παιχνίδια στην ανατολική Μεσόγειο με σεισμογραφικά, γεωτρύπανα, υποθαλάσσια κοιτάσματα, οικόπεδα και πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου.

Πώς σώζουμε το κλίμα; Με ένα χρηματιστήριο!

Τα αφεντικά μιλούν για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης μέσα από τη μόνη γλώσσα που γνωρίζουν: το χρήμα. Έστησαν ένα “χρηματιστήριο των ρύπων” και γύρω απ΄αυτό όλες τις καπιταλιστικές δυνατότητες που μπορούν να δημιουργηθούν. Το εμπόριο, τον τζόγο και αναπόφευκτα τα σκάνδαλά τους. Το 2005 η Ευρώπη έθεσε σε εφαρμογή έναν μηχανισμό εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων με σκοπό τον περιορισμό των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα. Έδωσε δηλαδή τη δυνατότητα σε ρυπογόνες βιομηχανίες (ενέργειας, πετρελαίου, χαλυβουργίας, χημείας, αλουμινίου, χαρτιού κ.τ.λ.)  να αγοράζουν δικαιώματα ρύπων ανάλογα με τους ρύπους που παράγουν, ενώ βιομηχανίες που είχαν πλεονάζοντα δικαιώματα μπορούσαν να τα μεταπωλούν σε άλλες που υπερκάλυπταν το δικό τους όριο, σε τιμές που καθορίζονταν από το χρηματιστήριο. Το εμπόριο έδωσε μια οικονομικότερη διέξοδο (σε σχέση με τα πρόστιμα) στις πιο ρυπογόνες εταιρείες. Και μια ευκαιρία για να στηθούν διάφοροι μηχανισμοί πλουτισμού, όπως αποκαλύφθηκε μέσα ένα ελληνικό παράδειγμα: οι ελληνικές βιομηχανίες που συμμετείχαν στο χρηματιστήριο, μετά τον περιορισμό τα τελευταία χρόνια του κύκλου εργασιών των κατασκευαστικών, βρέθηκαν με πλεόνασμα δικαιωμάτων ρύπων τα οποία τα μεταπωλούσαν σε ρυπογόνες βιομηχανίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Περιβαλλοντικές εταιρείες και άλλοι “έμποροι” που έκαναν τον μεσάζοντα σε αυτές τις αγοραπωλησίες έπαιρναν προμήθεια επί του τζίρου αλλά και δεν κατέβαλλαν τον απαιτούμενο ΦΠΑ της συναλλαγής στο κράτος, τον οποίο όμως το κράτος τους τον επέστρεφε από τον προϋπολογισμό του. Παρακολουθώντας την αρθρογραφία γύρω από το “χρηματιστήριο των ρύπων” είναι σαν να διαβάζεις τα χρηματιστηριακά νέα των ροζ σελίδων της Καθημερινής (για την άνοδο ή την πρώτη τις τιμής/ανα τόνο διοξειδίου του άνθρακα) και όχι ας πούμε κάτι το οποίο μπορεί να αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι ενεργειακές ανάγκες μιας κοινότητας είναι υπόθεση της κοινότητας, η οποία υποχρεούται να σκεφτεί και να προτείνει πάνω στην κάλυψή τους. Πάνω στο μέγεθος, στο κόστος, στην χωροθέτηση, στο πώς θα γίνει η διασύνδεση με το δίκτυο. Καταρχήν θα προτείνει (πολιτικά) και έπειτα θα ξεκινήσει η συζήτηση (τεχνικά). Η πρόταση για χωροθέτηση των αιολικών πάρκων σε εκείνα τα κομμάτια γης που είναι ήδη ρημαγμένα και κατακερματισμένα από τον άνθρωπο είναι μια τέτοια πολιτική πρόταση. Η άρνηση του κράτους έστω και να ακούσει αυτή την πρόταση -γιατί άρνηση σημαίνει ουσιαστικά η έγκριση αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας αιολικών πάρκων σε βουνά και νησιά χωρίς να έχει φτιαχτεί ένα χωροταξικό σχέδιο-, είναι επίσης μια πολιτική επιλογή η οποία συσκοτίζεται μέσα από τη μετατόπισή της σε μια συζήτηση τεχνικού περιεχομένου (“που φυσάει περισσότερο”).

Είναι η ουσία ενός μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης που θέλει εμάς τους ίδιους και εμάς τις ίδιες να έχουμε λόγο για τις ζωές μας. Είναι το σημείο που η τεχνολογική εφευρητικότητα μπορεί να συναντήσει και να εξυπηρετήσει τις κοινωνικές ανάγκες. Και μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το τελικό σημείο, μπορούμε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και να πράτουμε λίγο-λίγο προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι η κίνηση που μπορεί να μας δώσει έμπνευση και να συγκροτήσει πολλαπλές υποψίες υπεράσπισης των βουνών και των νερών. Είναι η ανάγκη του εδώ και τώρα, για να έχουμε αύριο να θυμόμαστε, να διηγούμαστε και να χαιρόμαστε τους καρπούς του αγώνα μας.