Τα πλατάνια πεθαίνουν όρθια.

Τα δάση

Η ασθένεια που σκοτώνει τα πλατάνια είναι ίσως η μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή που εξελίσσεται στις μέρες μας. Στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο, στην Θεσσαλία, στην Στερέα και την Εύβοια πολλές χιλιάδες δέντρα έχουν ήδη νεκρωθεί, ενώ τα προσβεβλημένα που περιμένουν τη σειρά τους είναι πολλά περισσότερα. Στην υπόλοιπη Ελλάδα η ασθένεια σταδιακά εξαπλώνεται και το μέλλον προμηνύεται και εκεί δυσοίωνο. Γραφικές τοποθεσίες όπως το Τέροβο στον ποταμό Λούρο, η Πύλη Τρικάλων και εσχάτως τα θεσσαλικά Τέμπη έχουν ήδη χάσει ή κινδυνεύουν να χάσουν τα πλατανοδάση τους. Ακούγεται υπερβολή, όμως το επικρατέστερο ενδεχόμενο, σύμφωνα με την μέχρι τώρα εξέλιξη της ασθένειας, είναι ότι μέσα στα επόμενα 30 χρόνια δεν θα απομείνουν παρά μεμονωμένα πλατάνια και μικρά περιαστικά ή πολύ απομονωμένα πλατανοδάση εδώ και εκεί. Αν κάτι μπορούσε να γίνει ώστε να σωθούν τα αυτοφυή παραποτάμια πλατανοδάση αυτό έπρεπε να ξεκινήσει 15 τουλάχιστον χρόνια πριν, σήμερα η εξάπλωση της ασθένειας είναι τέτοια, που ο περιορισμός της μοιάζει ανθρωπίνως αδύνατος.


Κεντρική φωτό / Εραστές των Αγράφων. Καλοκαίρι 2022, το ένα από τα δύο επιβλητικά πλατάνια της κεντρικής πλατείας των Αγράφων έχει προσβληθεί από τον μύκητα.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ασθένεια ονομάζεται μεταχρωματικό έλκος του πλατάνου, προκαλείται από το μύκητα Ceratocystis platani, ο οποίος ζει και αναπαράγεται μέσα στο ξύλο και το φλοιό του φυτού. Άπαξ και προσβάλει τα φυτά, τα νεκρώνει μέσα σε λίγα χρόνια χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ίασης. Ο μύκητας C. platani είναι ένα ιθαγενές είδος της Βορείου Αμερικής που συμβιώνει με τα εκεί πλατάνια. Στην Ευρώπη εισήχθη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με ξύλο πλατάνου που είχε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή κιβωτίων για τη μεταφορά πολεμικού εξοπλισμού. Στην Ιταλία και στην Γαλλία, όπου αρχικά εισήχθη το παθογόνο, η ασθένεια πήρε μεγάλη έκταση νεκρώνοντας χιλιάδες δένδρων πλατάνου. Στην Ευρώπη, η ασθένεια έχει επίσης διαπιστωθεί στην Ισπανία, στην Αλβανία, στην Ελβετία και στην ευρωπαϊκή Τουρκία. Στην Ελλάδα εντοπίστηκε πρώτη φορά το 2003 στην Μεσσηνία, το 2010 και 2011 στην Ήπειρο, το 2016 στην Θεσσαλία και έκτοτε εξαπλώνεται προκαλώντας εκτεταμμένες καταστροφές. Δυστυχώς, ο platanus orientalis, το μοναδικό είδος πλατανιού που φύεται στην Ελλάδα δεν έχει καμία φυσική άμυνα απέναντι στο μύκητα, έτσι αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευπαθής.

Το παθογόνο διαδίδεται φυσικά μέσω των ριζών και των κλάδων τα οποία ακουμπούν μεταξύ τους μέσα στο δάσος. Ωστόσο η κύρια αιτία μετάδοσης σε νέες περιοχές είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα. Τα μηχανήματα εκσκαφής που χρησιμοποιούνται σε ποτάμια ή δρόμους με προσβεβλημένα δένδρα, τα εργαλεία κλαδεύσεως και υλοτομίας, μπορούν να μεταφέρουν σπόρια του μύκητα που προσκολούνται σε αυτά, μολυσμένο χώμα ή τεμάχια προσβεβλημένου ξύλου και έτσι δημιουργούνται νέες εστίες προσβολής. Επίσης, αν ένα ποτάμιο πλατανοδάσος μολυνθεί σε κάποιο σημείο της ροής του ποταμού, η ασθένεια μέσα σε λίγα χρόνια μετακινείται μέσω της ροής των νεκρών κορμών και κλαδιών σε όλο το ποτάμι από εκεί και κάτω μέχρι της εκβολές του.

Ο περιορισμός ή πόσω μάλλον η αντιμετώπιση της ασθένειας από τον άνθρωπο είναι πολύ δύσκολη. Τα μέτρα αντιμετώπισης προϋποθέτουν τον έγκαιρο εντοπισμό της ασθένειας και έπειτα την ξύλευση και τη καύση των προσβεβλημένων δέντρων αλλά και μιας ικανής περιμέτρου γύρω από αυτά ώστε να δημιουργηθεί κάποιο είδος νεκρής ζώνης. Στην πράξη αυτά τα μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν – και ήδη εφαρμόζονται με κάποια σχετική επιτυχία – μόνο σε μικρή κλίμακα, σε μικρές συστάδες αστικών ή περιαστικών δασών αναψυχής, σε επίπεδο παραποτάμιων δασών είναι πρακτικά ανεφάρμοστα.

Όπως είπαμε, αν μπορούσε να γίνει κάτι ουσιαστικό για τον περιορισμό της ασθένειας αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει πριν από 10-15 χρόνια, όταν ακόμη η ασθένεια ήταν περιορισμένη στην Πελοπόννησο. Η γνώση πάνω στην ασθένεια, τα χαρακτηριστικά της, τις συνέπειες της και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, δεν έλειπε. Οι απαραίτητες γνώσεις υπήρχαν ήδη από την ευρωπαική εμπειρία και από πολύ νωρίς η δασική υπηρεσία και άλλοι φορείς είχαν εκπονήσει μελέτες προειδοποιώντας για το φαινόμενο και προτείνοντας στρατηγικές αντιμετώπισης. Στην πράξη έγιναν ελάχιστα πράγματα για τον περιορισμό του παθογόνου και πολλά περισσότερα για την εξάπλωσή του. Το ελληνικό κράτος ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να κινητοποιήσει τις απαραίτητες δυνάμεις για ένα τέτοιο έργο. Όχι μόνο γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες ήταν σε χρόνια κατάσταση ημιδιάλυσης και υποχρηματοδότησης, αλλά κυρίως επειδή οι περιβαλλοντικές του προτεραιότητες εξαντλούνταν στην εξυπηρέτηση των εταιριών που ήθελαν να εγκαταστήσουν ΑΠΕ σε ευαίσθητες περιοχές. Έτσι, ούτε ουσιαστική ενημέρωση των κατοίκων υπήρξε για τους κινδύνους που φέρουν παραδοσιακές εργασίες που κάνουν στα δάση, ούτε υποχρεώθηκαν οι μεγάλες και μικρές κατασκευαστικές, με τα εκατοντάδες μηχανήματα, να ακολουθούν τα πρωτόκολλα απολύμανσης. Πολύ φυσικά λοιπόν η βασική οδός μεταφοράς της μόλυνσης ήταν οι μεγάλοι δρόμοι που κατασκευάστηκαν εκείνη την εποχή, πρώτα στην Πελοπόννησο και έπειτα στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία.

Το μέλλον των παραποτάμιων πλατανόδασων φαίνεται δυσοίωνο. Αν δεν εμφανιστούν τυχαία στη φύση γονιδιακές παραλλαγές του πλατάνου ανθεκτικές στο μύκητα ή αν δεν βρεθεί, όπως στην περίπτωση της καστανιάς, ένας φυσικός ανταγωνιστής που με ανθρώπινη παρέμβαση και στοχευμένους εμβολιασμούς θα περιορίσει την εξάπλωση και θα επιτρέψει τη φυσική αναγέννηση, δεν αποκλείεται η εξαφάνισή του  platanus orientalis στην άγριά του μορφή μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Οι συνέπειες της ασθένειας σε οικολογικό και ανθρώπινο επίπεδο είναι ήδη ανυπολόγιστες. Ο θάνατος των πλατανιών σημαίνει ήδη τρομακτικές πιέσεις και πιθανώς την κατάρρευση για μια σειρά παραποτάμιων οικοσυστημάτων, όπου τα πλατάνια είναι το κυρίαρχο είδος και φιλοξενεί στα σκιερά δάση που σχημάτιζει σημαντικούς πληθυσμούς, από πουλιά μέχρι θηλαστικά και ερπετά, τα οποία θα χάσουν το ενδιαίτημά τους. Ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον αυτών των οικοσυστημάτων είναι αν τα υπόλοιπα είδη που φύονται σε ανάλογους τόπους, με κύρια τη λεύκα, την ιτιά και το σκλήθρο, θα καταφέρουν να αντικαταστήσουν σε κάποιο βάθμο τα πλατάνια ή αν αυτά τα οικοσυστήματα θα υποβιβαστούν για αρκετό καιρό σε θαμνότοπους ή ακόμη χειρότερα σε τόπους απόθεσης μπαζών και αμμοληψίας όπως παραδοσιακά συμβαίνει σε πολλά ποτάμια της χώρας.

Δεν υπάρχει δέντρο στον ελλαδικό χώρο που να έχει συνδεθεί τόσο με την κουλτούρα των ανθρώπων όσο το πλατάνι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει έστω για λίγο ξαποστάσει στην παχιά σκιά του. Πόσα πανηγύρια, πόσα καφενεία και ταβέρνες, πόσοι χώροι αναψυχής, πόσα τοπωνύμια. Στα χωριά τα πλατάνια δεν είναι απλά το κόσμημα της πλατείας που στη σκιά του διεξάγεται η κοινωνική ζωή. Συμβολίζουν επίσης τη συνέχεια των γενεών αλλά και την αντοχή στο χρόνο της ίδιας της κοινότητας του χωριού. Οι γενιές αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη και τα ίδια πλατάνια μένουν εκεί, σημεία αναφοράς να σκιάζουν τους κύκλους της ανθρώπινης ζωής. Η επόμενη γενιά, η οποία ίσως να μην γνωρίσει τα πλατάνια, μάλλον δεν θα καταλάβει τον πλούτο που έχει χαθεί. Εμείς, που τα παρακολουθούμε να πεθαίνουν, είμαστε που πρέπει να διαχειριστούμε και αυτήν την απώλεια.

Στην πορεία της εξέλιξης της ζωής στον πλανήτη, η εξαφάνιση ειδών και η εμφάνιση νέων αποτελούσε πάντοτε μέρος της φυσικής διαδικασίας. Φυσικές καταστροφές μικρής ή μεγάλης κλίμακας πάντοτε συνέβαιναν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, παθογόνα βρίσκουν ευνοικές συνθήκες και εξαφανίζουν ολόκληρους πληθυσμούς, εκρηξεις ηφαιστίων, πτώσεις μετεωριτών, κλιματικές αλλαγές καθιστούν ευνοϊκούς τόπους μή βιώσιμους. Σε αυτήν την πορεία είδη, άλλοτε κυρίαρχα, εξαφανίζονται και άλλα ευνοούνται και προοδεύουν. Τα οικοσυστήματα καταρρέουν και αναγεννώνται, προσαρμόζονται και αλλάζουν διαρκώς μορφές. Ο κύκλος ζωή-θάνατος-αναγέννηση είναι ο βασικός κύκλος της ζωής, η φύση πάντοτε βρίσκει τρόπους να επουλώνει τις πληγές της και νέα οικοσυστήματα αναδύονται στη θέση άλλων που κατέρρευσαν. Ως άνθρωποι, με περιορισμένο χρόνο ύπαρξης, μας είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε μια τέτοια διαδικασία καθότι εξελλίσεται σε χρόνους που υπερβαίνουν κατά πολύ μια ανθρώπινη ζωή. Για παράδειγμα για να ανακάμψει πλήρως ένα ορεινό δάσος έπειτα από μια μεγάλη πυρκαγιά μπορεί να χρειάζεται 50, 100 ή ακόμη 150 και παραπάνω χρόνια. Χρόνοι που ξεπερνούν κατά πολύ την ανθρώπινη εμπειρία. Αν ένα δάσος που αγαπάμε καεί, το πιθανότερο είναι να μην το ξαναδούμε σαν ώριμο δάσος στη ζωή μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει δάσος, ή ότι το καινούργιο δάσος θα είναι λιγότερο πλούσιο από το προηγούμενο.

Η υπόθεση του πλατάνου ή οι ανάλογες υπόθεσεις της καστανιάς και του φράξου στην Αμερική, όπου πάλι ένα ξενικό παθογόνο εισήλθε μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας σε πληθυσμούς που δεν είχαν αναπτύξει καμία φυσική άμυνα σε αυτό, δεν εμπίπτουν ακριβώς στην κατηγορία φυσική καταστροφή, ώστε στωικά να τις αποδεχθούμε. Είναι μάλλον μια ακόμη παράπλευρη απώλεια του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού ο οποίος προχωρά αφήνοντας εκτεταμμένες περιβαλλοντικές καταστροφές. Για αυτό μαζί με τη θλίψη για τα δέντρα που χάνονται, παραμονεύει η οργή.

Ξεκινήσαμε γράφοντας ότι η ασθένεια του πλατάνου είναι η μεγαλύτερη εν εξελίξει περιβαλλοντική καταστροφή, δεν είναι όμως η μόνη. Και αν για τα πλατάνια μάλλον δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, δίπλα μας συντελούνται ένα σωρό περιβαλλοντικά εγκλήματα. Οι ορέξεις των μεγάλων κατασκευαστικών μπαζώνουν ήδη βουνά και ποτάμια. Σε αυτόν τον αγώνα θα κριθούμε και εμείς, αλλά κυριώς το μέλλον πολλών από τα μοναδικά οικοσυστημάτα που φιλοξενεί αυτή η γωνιά του πλανήτη.