Καροπλεσίτικη Λέσχη Δράσεων: «Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν».

Συνεντεύξεις

Το Καροπλέσι βρίσκεται στα νότια του νομού Καρδίτσας, σε υψόμετρο 910 μέτρων, στα πόδια ενός βουνού που πήρε το όνομά του από έναν παππά του χωριού (τον παππα-Δημήτρη) ο οποίος κάποτε έχασε τη ζωή του εκεί, λίγο πριν την κορυφή. Η ιστορία του χωριού φθάνει κάποιους αιώνες πίσω, ωστόσο ίσως το πιο ζωντανό κομμάτι της είναι η δεκαετία του 1930 με την ίδρυση και τη δραστηριοποίηση της Φιλοπροόδου Ένωσης Καροπλεσίου (ΦΕΚ). Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση λαϊκής αυτοοργάνωσης σε μια ορεινή κοινότητα, οι πρωτεργάτες της οποία επιδίωξαν έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό και την ανύψωση του πνευματικού και βιοτικού επιπέδου των κατοίκων του χωριού. Σε αυτήν την ιστορία – και συνακόλουθα και στην ιστορία του ίδιου του Καροπλεσίου – μπορείτε να περιηγηθείτε είτε μέσα από το βιβλίο του Φώτη Κατέβα «Τα βουνά προηγούνται» (εκδόσεις Ευτοπία, 2017), είτε μέσα από την έκδοση του Καταστατικού και του Προγράμματος της ΦΕΚ (Σύνδεσμος των Απανταχού Καροπλεσιτών Αθήνας, 2022). Εμείς για αυτό το τεύχος συζητήσαμε με τον Γιώργο Σούφλα, τον Αποστόλη Γιαννέλο και τον Τάσο Αντωνίου, τρεις ανθρώπους που συμμετέχουν στην Καροπλεσίτικη Λέσχη Δράσεων, όχι τόσο για το παρελθόν όσο για τις προκλήσεις του παρόντος. Μια κουβέντα η οποία σε κάποιες στιγμές μας έκανε να νιώθουμε ότι επιστρέφουμε πίσω στις δεκαετίες. Και αυτό όχι για καλό.


Κεντρική φωτό / Θανάσης Γιαννέλος. 1960, ζωγραφίζοντας τα βουνά του Καροπλεσίου.

Η Λέσχη Καροπλεσίτικων Δράσεων, ακολουθώντας ίσως μια αντίστροφη πορεία σε σχέση με άλλα συλλογικά εγχειρήματα, ξεκίνησε σαν ιδέα μέσα στην εποχή των lockdown, το 2020. Μέχρι τότε το χωριό είχε έναν σύλλογο, τον Σύνδεσμο Απανταχού Καροπλεσιτών Αθήνας. «Μαζευόμασταν τέσσερις-πέντε Καροπλεσίτες σε ένα πάρκο στην Αθήνα και πίναμε μπύρες και καφέδες», μας λέει ο Γ. Σούφλας. «Ήταν η εποχή που ο πατέρας μου είχε βρει κάποιες παλιές εφημερίδες, την ’’Καροπλεσίτικη Φωνή’’, τις διάβαζα και έβλεπα κάποια άρθρα του Χρήστου Φώτη που είχαν τις ίδιες αγωνίες με εμάς. Πήγαινα λοιπόν εκεί στον πάρκο και έλεγα, ρε παιδιά τι θα κάνουμε; Ήμασταν και η τελευταία γενιά που είχαμε επαφή με τους παππούδες μας. Ένα βράδυ ο Αποστόλης μου λέει να ανοίξουμε μια σελίδα στο facebook να συζητάμε. Δέχομαι αλλά με δύο στόχους. Πρώτον, να μαζέψουμε λεφτά για να φέρουμε ένα πινγκ-πονγκ στο χωριό. Και δεύτερον, να κάνουμε ένα θερινό σινεμά στον τοίχο του ιστορικού σχολείου. Ζητήσαμε λεφτά από τα παιδιά του χωριού, μας εμπιστεύτηκαν και μας έδωσαν ένα μεγαλύτερο ποσό, φέραμε το πινγκ-πονγκ πάνω. Τα υπόλοιπα λεφτά λέμε τι θα τα κάνουμε; Έπεσαν ιδέες να φτιάξουμε το ένα, να φτιάξουμε το άλλο. Φτιάξαμε την περίφραξη του σχολείου που είχε πέσει πολλά χρόνια. Μετά πήραμε έναν προτζέκτορα. Και μετά ξεκίνησε η ιστορία με τα Ρογκάκια».

Η συζήτησή μας γίνεται σε ένα καφενείο στην Αθήνα, κάτω από τα Τουρκοβούνια. Ο μοναδικός σύλλογος του χωριού αναφέρεται στους απανταχού Καροπλεσίτες της Αθήνας. Τα μέλη της Λέσχης εργάζονται στην Αθήνα. Ωστόσο, ο κόσμος του Καροπλεσίου κάθε άλλο παρά αποκομμένος είναι από το χωριό του. «Στο δικό μας το χωριό ο κόσμος είναι δυναμικός. Εννιά με δώδεκα μήνες είναι πάρα πολλοί συνταξιούχοι που ανεβαίνουν, επίσης Αθηναίοι που ανεβαίνουν από τον Μάρτη μέχρι τον Δεκέμβρη», περιγράφει ο Γιώργος. «Υπάρχει ένα δέσιμο με το χωριό, τα σαββατοκύριακα ανεβαίνουν πάρα πολλά παιδιά» προσθέτει ο Τάσος Αντωνίου. Ο Αποστόλης Γιαννέλος θυμάται να έχει «τύχει σε βράδυ τον χειμώνα το καφενείο να έχει πιο πολύ κόσμο απ’ το καλοκαίρι. Είναι το μοναδικό χωριό που έχει μόνιμο καφενείο το οποίο μπορεί να είναι ανοιχτό μέχρι και πολύ αργά το πρωί». Συνολικά, στους οικισμούς του Καροπλεσίου (Ανθηρό, Γιαννουσέικα, Αγιαγάθη, Κουκέικα) τον χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 30. Ωστόσο, «υπάρχουν και κάποια παιδιά που ασχολούνται με την κτηνοτροφία, έχουν αγελάδες» θα προσθέσει ο Αποστόλης. Και ένας δυνατός συνεταιρισμός ξύλου, «από τους πιο ενεργούς, έχει 20 άτομα. Πέρυσι πήγαιναν στην άλλη άκρη της χώρας γιατί δεν υπήρχαν συνεταιρισμοί. Είναι ημι-μόνιμοι του χωριού, 9-10 μήνες είναι εκεί».

Ένα γεφύρι και δύο δρόμοι

«Το χωριό είναι κατακερματισμένο λόγω της κατολίσθησης που έγινε στις αρχές του αιώνα με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του χωριού να μεταφερθεί. Κανονικά όλο το χωριό ήταν να μεταφερθεί. Και στα κιτάπια του κράτους αναγράφεται ως μη κατοικήσιμο. Γι’ αυτό και το χωριό είναι τόσο κατακερματισμένο στον χώρο» αλλάζει την κουβέντα ο Τάσος Αντωνίου. Από το πρώτο πεντάλεπτο της συζήτησής μας η κουβέντα πηγαίνει και έρχεται σε ένα θέμα το οποίο υποτίθεται αντικειμενικά θα μπορούσε να αφορά πρότερες, ξεπερασμένες δεκαετίες. Σε εκείνες τις δεκαετίες που έχουν καταγραφεί ιστορικά μέσα στα σενάρια των ασπρόμαυρων ταινιών της Φίνος Φιλμ, μαυρογιαλούρων που υπόσχονται να φέρουν δρόμο στο τάδε ή στο δείνα χωριό με αντάλλαγμα τις ψήφους των ντόπιων. Οι συνομιλητές μας αναφέρονται συνεχώς σε τρία έργα που θεωρούν σημαντικά για την ευρύτερη περιοχή, τα δύο από αυτά αφορούν δρόμους.

Φωτό / Γιώργος Τάτσιος. Στο Καροπλέσι όλοι και όλες μιλάνε για την γέφυρα στα Ρογκάκια.

Στο Καροπλέσι όλοι μιλάνε για την γέφυρα στα Ρογκάκια. «Στην είσοδο του χωριού υπάρχει ένα σημείο με μία γέφυρα τύπου μπέιλι», ξεκινάει την εξιστόρηση ο Γιώργος. «Βγήκε κάποια στιγμή το 2009 ένα κονδύλι για να την κάνουν τσιμεντένια. Την έβγαλαν έξω – έχουν ακουστεί και κάποιες αιχμές ότι δεν τραβήχτηκε σωστά – και είπαν κάποιοι ας την πάμε βρε παιδιά στα Ρογκάκια, να μπορούμε να περνάμε απέναντι, να πηγαίνουμε Καρπενήσι, Νεράιδα. Έβγαλαν ένα κονδύλι 100 χιλιάδες ευρώ για τα βάθρα και την γέφυρα την άφησαν εκεί δίπλα. Έχει πει ο περιφερειάρχης και στο Συμβούλιο και στην τηλεόραση που είχαμε φέρει – ενοχλημένος βέβαια, ποιοι είναι αυτοί που κάνουν αυτήν την ιστορία για 5 μέρες τον χρόνο – ότι έχουν κανονίσει όταν φτιαχτεί η γέφυρα Καραϊσκάκη στο Μουζάκι, θα βγάλουν μια μπέιλι και θα την φέρουν σε εμάς να την φτιάξουν. Και με τον στρατό έγινε κάτι περίεργο. Ενώ έψαχναν καταλύματα οι μηχανικοί που θα την έφτιαχναν, ακυρώθηκε. Στείλανε ένα χαρτί που έλεγαν ότι δεν εξυπηρετεί στρατιωτικούς σκοπούς. Είμαστε μάλλον μέγεθος πολύ μικρό. Ο Περιφερειάρχης που έχει από την Λάρισα, τον Βόλο, την Καρδίτσα να τον ψηφίσουν λέει θα ασχοληθώ τώρα με 500 κατοίκους στο Καροπλέσι; Εμείς θεωρούμε ότι και ένας κάτοικος να έχει μείνει επάνω και να πληρώνει φόρους θα πρέπει να έχει δρόμο να πηγαίνει σπίτι του. Στο τέλος όταν του την έπεσαν και οι δημοσιογράφοι λέει ναι, και ένας να είναι ο άνθρωπος θα πρέπει να φτιαχτεί η γέφυρα. Για να σε δούμε κύριε Αγοραστέ».

«Υπάρχει επίσης ένας δρόμος από το Ανθηρό που συνδέει με το φράγμα την λίμνη», συνεχίζει τώρα ο Α. Γιαννέλος. «Αυτός ο δρόμος μας είπε ο Τσιάκος ότι για να τον στρώσει πρέπει να πάρει άδεια από το Δασαρχείο. Εμείς την πήραμε αυτήν την άδεια, του την στείλαμε. Η πρόεδρος του Συνδέσμου, η κ. Ροδούλα, πήρε όλα τα σχετικά χαρτιά και τα έστειλε. Από εκεί είναι ο μισός δρόμος να φτάσεις στο φράγμα».

Ο μόνος δρόμος πρόσβασης στο Καροπλέσι, κακοπαθημένος μετά το πέρασμα του «Ιανού», περιμένει τρία χρόνια τώρα τις απαραίτητες, στοιχειώδεις επισκευές του. «Αν γινόταν φέτος μια στραβή – που δεν έγινε χειμώνας – εμείς φοβόμασταν ότι υπήρχαν σημεία όπου θα έκλεινε ο δρόμος. Αν χρειαζόταν κάποιος να φύγει να πάει κάπου από που θα έφευγε; Δεν υπήρχε διέξοδος». Την άνοιξη ένα τεχνικό κλιμάκιο επισκέφθηκε την περιοχή για να καταγράψει τις ζημιές του οδικού δικτύου. «Τους έπεσαν τα μαλλιά. Αυτοί νόμιζαν ότι εμείς τους είχαμε φωνάξει για να φτιάξουμε τους δρόμους για τα σπίτια μας και είδαν ότι εδώ είχε γίνει καταστροφή μεγάλη», λένε, και ένα πονεμένο χαμόγελο σπάει την ένταση που έχει καταλάβει τα πρόσωπά τους όσο μιλάμε για το θέμα της οδικής σύνδεσης.

Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο στον Άσπρο

Δρόμους μπορεί να μην έχει το Καροπλέσι έχει όμως υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, λέμε με τη σειρά μας για να ιντριγκάρουμε. «Έχει ένα μεγάλο background η ιστορία του υδροηλεκτρικού. Έγιναν συνελεύσεις στο χωριό, ο κόσμος ήταν ριζικά αντίθετος. Εντέλει αυτοί που υπογράψανε για να γίνει ήταν και αυτοί από τους πολύ αντίθετους. Το χωριό είχε σαφή και κατηγορηματική αντίθεση. Αυτοί που είχαν πάρει αυτές τις αποφάσεις είχαν μεγαλώσει, ξεχάστηκε και το θέμα και έγινε αιφνιδιαστικά μέσα στον κορονοϊό. Άλλους τους αποζημίωσαν. Εγώ νομίζω ότι όλα αυτά είναι κομμάτι της αποσύνθεσης των ορεινών, ότι δεν υπάρχει κόσμος στα χωριά. Όταν πριν 15 χρόνια κουβέντιαζες αυτό το ζήτημα σε μια λαϊκή συνέλευση στην πλατεία του χωριού μαζεύονταν 200 άτομα. Υπήρχε διάλογος, αντιπαράθεση, επιχειρήματα. Τώρα άμα κάνεις τη συνέλευση με το ζόρι θα μαζευτούν 30», λέει ο Τάσος. Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής του υδροηλεκτρικού εργοστασίου μέλη της Λέσχης ειδοποιούνται ότι ο εργολάβος έχει κόψει στη μέση τον παλιό δρόμο πρόσβασης στο χωριό ώστε να μπει στο ποτάμι για να πάρει χαλίκι. «Θορυβηθήκαμε, του κάναμε τσαμπουκά, φωνάξαμε το δασαρχείο, μας είπε έχω τις άδεις κ.τ.λ.. Τελικά μετά από μία ώρα τον ξαναέφτιαξε, ήρθαν από το δασαρχείο επάνω και τους λέω έχει τις άδειες να πάρει χαλίκι από την κοίτη του ποταμού; Και μας λένε έχει όλες τις άδειες, ελάτε να δείτε. Τόσο εύκολα του έδωσαν άδεια να κάνει αυτά τα πράγματα; Βλέπουμε ότι το ποτάμι και ο τόπος εκεί δεν είναι αυτό που ξέρουμε εμείς. Έχει γίνει εργοτάξιο.» λέει ο Γιώργος. Ο Τάσος είναι πιο ρεαλιστής. «Όταν σου δίνουν μια άδεια σου λένε θα φτιάξεις έναν δρόμο τόσα μέτρα. Θα κόψεις τόσα δέντρα. Όταν ξεκινάς το έργο δεν σε ελέγχει κανείς, κάνεις ότι θέλεις, σπάνια έρχεται κάποιος αν δεν υπάρξει διαμαρτυρία».

Πέρα από το υδροηλεκτρικό, από το περασμένο καλοκαίρι διακινούνται πληροφορίες και για τα σχέδια κατασκευής εργοστασίου εμφιάλωσης νερού, ρωτάμε. «Είναι φήμες που τις έχουμε ακούσει και εμείς. Πρόκειται για μια πηγή της κοινότητας όπου θέλουν να κάνουν μια μονάδα εμφιάλωσης νερού. Είχαμε μιλήσει και με τον πρόεδρο του χωριού, είπε ότι θα κάνει μία λαϊκή συνέλευση και θα τους καλέσει και αυτούς. Και αυτό είναι ένα έργο που μπορεί να βοηθήσει τον τόπο αλλά είναι και ένα έργο που δεν μπορείς να έχεις κάποιον έλεγχο πάνω του. Και άντε τώρα θέλει να το κάνει ο Χόντος που κάπως νοιάζεται για τον τόπο, άμα σε 5-10 χρόνια τα παιδιά του Χόντου πουν ότι θέλουν να το πουλήσουν σε έναν Γερμανό επενδυτή, αυτός τι θα κάνει; Με πόσο μεγάλο σεβασμό για την περιοχή και τον τόπο θα δουλέψει όλο αυτό;», προβληματίζεται ο Γ. Σούφλας.

Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν

Έπειτα απ’ όσα έχουμε συζητήσει μέχρι εδώ δεν μας ακούγεται περίεργο που στην ροή της συζήτησης ο Γιώργος μας λέει ότι «αυτό που λέγαμε εξαρχής στην Λέσχη είναι ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν». Για να συμπληρώσει αμέσως ο Αποστόλης, «γιατί όμως πραγματικά δεν είχαμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν. Πηγαίναμε και μας έλεγαν εδώ δεν έχουμε να φέρουμε ένα γκρέιτερ θα ασχοληθούμε με ένα παγκάκι;». Το Καροπλέσι διοικητικά ανήκει στον δήμο της Καρδίτσας. «Είναι σαν ο δήμος να μην ενδιαφέρεται για εμάς, σαν να μην υπάρχουμε», λέει ο Γιώργος. «Με τον συγκεκριμένο δήμαρχο είμαι πολύ κατά γιατί είναι όλο εφέ. Ζητούσαμε παιδικές χαρές, έκοψαν τα δέντρα και δεν έγινε ποτέ η παιδική χαρά. Μας είπε για φωτιστικά led, δεν έγιναν ποτέ. Συζητήσαμε ένα θέμα για τους δρόμους της κοινότητας, είπε θα γίνουν, απλά έπεσαν κάποια τσιμέντα-κοροϊδία. Από την συνάντηση μαζί του το πρωταρχικό του μέλημα ήταν να μας ξεφορτωθεί», συμπληρώνει ο Αποστόλης. Στο συγκεκριμένο θέμα δεν φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Ο Αποστόλης είναι απόλυτος, το επαναλαμβάνει ξανά. «Με την δημοτική αρχή θα είμαστε απέναντι. Αυτό γράψε το. Γιατί μας κορόιδεψε».

Φωτό / Ξύλινη πινακίδα στην είσοδο του Δασικού Χωριού Δρυάδες. Έχει σταματήσει να λειτουργεί από το 2010. Το δασαρχείο το είχε παραχωρήσει στον Δήμο και αυτός με τη σειρά του, το 2022, ξεκίνησε διερευνητικές συναντήσεις με το τμήμα Δασολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, για να αναλάβει αυτό τη συντήρησή του και τη χρήση για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Ωστόσο δεν σταματούν να προσπαθούν να πετύχουν πράγματα για τον τόπο τους. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε μια γέφυρα αλλά μπορούμε να κάνουμε πολιτιστικά δρώμενα», αναφέρουν χαρακτηριστικά. Παρακολουθούν τις εξελίξεις γύρω από την ανακατασκευή του δασικού χωριού αλλά θέτουν σε συζήτηση με τους συγχωριανούς τους και άλλες προτάσεις για να οργανώσουν μία ήπια μορφή ορειβατικού τουρισμού που θα δώσει ευκαιρίες σε περισσότερους να μείνουν μόνιμα στο χωριό. Με τη συνδρομή του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Καρδίτσας έχουν συντηρήσει ένα μονοπάτι για τον Παπαδημήτρη και ήδη δουλεύουν πάνω σε άλλα δύο. Το επόμενο πρόβλημα είναι πού θα μείνει ο κόσμος που θα έρθει για πεζοπορίες. «Υπάρχει ένα κτίριο που ήταν το αστυνομικό τμήμα και υπάρχει μια σκέψη μήπως αξιοποιηθεί σαν ξενώνας», λέει ο Αποστόλης. Ο Γιώργος αναφέρεται σε μία ακόμη πρόταση που έκαναν. «Το συζητήσαμε με κόσμο στο καφενείο, οι περισσότεροι όμως δεν το πιστεύουν. Προτείναμε να φτιαχτεί ένας συνεταιρισμός που υπό τη σκέπη αυτού θα φροντίσει να φέρνει ένα πούλμαν τον μήνα με ανθρώπους που θέλουν να κάνουν πεζοπορία. Αυτοί θα πρέπει να μείνουν και να φάνε κάπου και να κάνουν κάτι. Για το τι θα κάνουν, έχουμε τα μονοπάτια, ο τόπος είναι πανέμορφος, καρτ-ποστάλ. Για το που θα φάνε, έχουμε τρία καφενεία, αν συνεννοηθούμε. Αλλά που θα μείνουν; Δεν έχουμε ξενώνα. Το δασικό χωριό δεν υπάρχει πια. Αυτό ήταν κάτι σαν ξενοδοχειακή μονάδα πολύ κοντά σε εμάς. 20 ξύλινα σπιτάκια σε μια πλαγιά με μια ωραία καφετέρια. Λειτούργησε καμιά δεκαριά χρόνια και έκλεισε, τώρα σαπίζει. Εμείς προτείναμε αυτή η ΚΟΙΝΣΕΠ, πέρα από τις συνεννοήσεις με τα ταξιδιωτικά πρακτορεία και τα καφενεία, να αναλάβει τα σπίτια από ιδιοκτήτες που δεν έρχονται πια στο χωριό, που είναι κλειστά, να τους βρούμε και να ζητήσουμε την άδειά τους, να μπούμε και να τα συμμαζέψουμε, να τα συντηρήσουμε, να κάνουμε κάποιες επισκευές και να νοικιάζουμε αυτά. Δυστυχώς είναι πολλά τα σπίτια στο χωριό που πεθαίνουν οι παππούδες και ερημώνουν. Όμορφα σπίτια. Ε, ο κόσμος δεν είναι πολύ θετικός να δώσει τα σπίτια του. Θα το δούμε πώς θα πάει, προς στιγμήν έχει κολλήσει εκεί».

Την επόμενη ημέρα ακούγοντας το ηχητικό της συνέντευξης και βάζοντας σε μια σειρά όσα ειπώθηκαν σε αυτήν, αυτό που μένει σαν αίσθηση είναι ότι όσο σκαλίζεις την ιστορία αυτού του χωριού θα συναντήσεις προτάσεις ρηξικέλευθες. Προτάσεις που μπορεί να ξεκινούν από την επιδίωξη μίας συνολικά διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την Φιλοπρόοδο Ένωση Καροπλεσίου πριν 90 χρόνια, και να φθάνουν μέχρι το σήμερα και την κουβέντα στα καφενεία, που έρχεται να σπάσει το ταμπού της ατομικής ιδιοκτησίας και να διαπραγματευτεί τις απαραίτητες συνθήκες επιβίωσης μέσω ενός ήπιου ορειβατικού τουρισμού που θα ξαναφέρει τους Καροπλεσίτες και τις Καροπλεσίτισσες πίσω στο χωριό, με την προοπτική της μονιμότητας. Μιλάμε εξάλλου για τους μόνους ανθρώπους από ένα ορεινό χωριό των Αγράφων – που έχουμε φιλοξενήσει σε αυτήν την στήλη του περιοδικού – που δεν μας λένε απλά ότι ο κόσμος φεύγει απ’ τον τόπο του, αλλά αναζητούν συλλογική απάντηση σε αυτό. Είναι μια μαγιά αυτή για πολλά πράγματα. Όπως για την προστασία των βουνών και των νερών.