Το τραγούδι απ’ τα κοτσύφια.

Αρθογραφία Συνεργάτες

Από την πρώτη του Μαγιού ώσπου να μπει για τα καλά ο χειμώνας, τα δάση των Αγράφων αντηχούν με τα τραγούδια των κοτσύφων, τρίλιες με τόσο υπνωτική μελωδία που λέγεται πως παλιότερα οι ταξιδιώτες βούλωναν με κερί τ’ αυτιά απ’ τα μουλάρια τους έτσι ώστε αυτά να μην ξεστρατίσουν σε πλανερά μονοπάτια. Απ’ τα μισά όμως του Απρίλη ως το ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς, τα μονοπάτια των ελάτων σκεπάζει μια σιωπή βαριά· οι ντόπιοι που ξεμακραίνουν απ’ τα χωριά κρατάνε τη φωνή τους χαμηλή και νουθετούν αυστηρά τους τυχόν επισκέπτες, τους ξενομερίτες, να μη σφυρίζουν μες στα δέντρα, μήτε να πιάνουν σκοπό τραγουδιστό. Όταν πριν λίγα χρόνια ζήτησα να μου πουν τον λόγο για την επιβολή της υπερβατικής αυτής σιωπής, μου διηγήθηκαν τον παρακάτω θρύλο:

Τα μικρά κοτσύφια που γεννιούνται Μάρτη μήνα δεν έχουν μέσα τους ακόμη το τραγούδι, αυτήν την πολύχρωμη μελωδία που ξελογιάζει κάθε λογής ζωντανό – για να την αποκτήσουν, για να την κάνουν κτήμα τους και να την απλώσουν απ’ άκρη σ’ άκρη του τόπου, πρέπει πρώτα να την αναζητήσουν πάνω στις ράχες των βουνών. Όσο είναι ακόμη αδύναμα και ζουν μες στη φωλιά, μήτε οι γονείς τους κελαηδάν, μήτε τα ξέμπαρκα κοτσύφια του αγρού· ούτε κανένα ζωντανό σ’ ολάκερη τη φύση τολμά να πιάσει σκοπό μελωδικό, για να μην πλανευτούν τα νεαρά πουλιά και μάθουν άλλο τραγούδι, για να μη λησμονηθεί η μελωδία του βουνού.

Μόλις τα κοτσυφόπουλα βγάλουν φτέρωμα και μάθουν πώς ν’ αρπάζονται απ’ του αέρα τις πνοές κι από τις αόρατες σταλαγματιές της πάχνης, τότε ανοίγουνε φτερούγες για ψηλά και, δασκαλεμένα από ένα ένστικτο πανάρχαιο, τραβάνε προς την ψηλότερη απ’ τις βουνοκορφές των Αγράφων, εκείνη που κρατάει τον περισσότερο χιονιά. Εκεί απάνω, στο τοίχωμα από μια χαράδρα ανήλιαγη, είναι μια τρύπα απ’ όπου βγαίνει γάργαρο νερό, σκούρο, πιο κρύο κι απ’ τα χιόνια, πηγή για αναρίθμητα ρυάκια δίχως όνομα που τροφοδοτούν κοιλάδες και ποτάμια πιο γνωστά. Έτσι που βγαίνει αθρόο το νερό μέσα απ’ τα σπλάχνα του βουνού, χείμαρρος μανιασμένος, πέφτει απάνω σε μια μυλόπετρα θεριά, που ‘ναι στημένη κάθετα στον πάτο της χαράδρας. Ποιος ξέρει πότε ήταν που την έβαλαν εκεί, ποιος γίγαντας την έσυρε στα ύψη· σκαλώνει η ντόπια μνήμη σαν προσπαθεί να θυμηθεί.

Η πέτρα αυτή όλο γυρνάει απ’ το νερό· στρίβει, τρίζει, αλέθει ανέμους, θύελλες, βροχές και τις σκιές που αιώνια τη ζώνουν. Κι αντί γι’ αλεύρι τραγανό, τούτος ο μύλος, σαν να ‘ναι γραμμόφωνο παλιό, βγάζει αδιάκοπα ένα τραγούδι απαλό, μια μελωδία θαυμαστή, που ‘ναι πλεγμένη απ’ του ουρανού την απλωσιά κι από της γης τη θλίψη, απ’ τη λαχτάρα των υπόγειων νερών κι απ’ του βουνού τα όνειρα.

Αφού τα νεαρά κοτσύφια βρουν την ηχώ απ’ το τραγούδι αυτό και την ακολουθήσουν στην πηγή τους, στη σκοτεινή χαράδρα στο σπανό, φωλιάζουν πλάι στη μυλόπετρα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Κι αφού εμπεδώσουν το τραγούδι, αφού τ’ αφήσουν να σημαδευτεί βαθιά στα σωθικά τους, στο χάραγμα της τέταρτης ημέρας κατέρχονται ξανά απ’ τις κορφές, μεγαλωμένα πια, με στήθος φουσκωτό, ξέχειλο από καμάρι. Κι έτσι είναι που ξεχύνεται κάθε χρονιά το τραγούδι του βουνού περήφανο και λεύτερο σαν τ’ ανοιξιάτικα νερά – με το κελάηδημα των νέων κοτσυφιών που απλώνεται σε δάση και πλαγιές, λιβάδια κι οικισμούς.