Απόψεις

Ανεμογεννητριών ιστορίες (του Τάκη Ντάσιου).

Γράφει ο Τάκης Ντάσιος

Ιστορίες του βουνού και της θάλασσας
Κάποτε τα ξέβγαλε η θάλασσα, το κύμα τα ‘φερε σε ασφαλές λιμάνι και στο τέλος τα έσυραν παραέξω οι ανθρώποι. Άγνωστο είδος στις δικές μας θάλασσες, τ’ άφησαν εκεί και είπαν να ρωτήσουν τους «Βόρειους».
Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά.


Μετά από καιρό, οι άνθρωποι τα έστησαν όρθια και αυτό άρεσε στα ανεμογεννήματα, γιατί βγήκαν πολύ ψηλά, τόσο ψηλά που ξέφυγαν από την επίβλεψη των ανθρώπων-φυλάκων και είδαν ότι μπορούσαν να συνομιλούν, μέσω το ανέμου, με τον ίδιο τον Θεό.


Οι μικροσκοπικοί άνθρωποι από κάτω, νάνοι σε σχέση με τα τερατόμορφα κήτη, φώναζαν αλλά δεν ακούγονταν, τρόμαξαν και τα ονόμασαν «ανεμογεννήματα», επειδή τά ‘φερε ο άνεμος.

Καθώς σήκωσαν κεφάλι..

Τα ανεμογεννήματα με τα γιγάντια πτερύγια τους, ολοένα ορθώνονταν και δυνάμωναν όσο πιο ψηλά ανέβαιναν, αναζητώντας όλο και πιο πολύ την επικοινωνία με τον αέρα. Απέκτησαν γερή πατημασιά με την βοήθεια των ανίσχυρων ανθρωποειδών, που δεν διερωτήθηκαν το «πώς», το «γιατί» και το «διότι..» και βρέθηκαν να έχουν γεμίσει όλα τα βουνά μας.


«Στου κουφού τη πόρτα όσο θέλεις βρόντα».
Μετά, ο τόπος των ανθρώπων άλλαξε, γέμισε άνεμο-γίγαντες, που ανεξέλεγκτα διαφέντευαν τα βουνά και οι άνθρωποι, που στην αρχή τα καλοδέχτηκαν, γρήγορα έγιναν δούλοι τους. Στο τέλος, με την φθορά που επήλθε στο περιβάλλον, τίποτα δεν ήταν πια ίδιο, δεν ήταν φυσικό, όπως πριν!
Και τότε ήταν αργά!

* Ο Τάκης Ντάσιος, διδάκτωρ πολιτισμού. γράφει το μπλογκ “Ορεινογραφίες: άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι“ και μοιράζεται μαζί μας βουνίσιες ιστορίες στις οποίες πέρα από την κατάκτηση κάποιας κορυφής τον απασχολεί ο τρόπος προσέγγισης κάθε ορεινού συγκροτήματος. Μελετά τη φύση και τους ανθρώπους της. Είναι συγγραφέας του βιβλίου-λευκώματος “Στ’ Άγραφα“, εκδόσεις Μίλητος.