Διάλογοι των βουνοκορφών.

Αναγνώστες

Είμαι σε ένα μαύρο δάσος. Τα δέντρα τόσο πυκνά που σκίζω το δέρμα μου για να περάσω ανάμεσά τους. Το φεγγάρι από πάνω φωτίζει το δρόμο μου. Κοιτάζω τα πόδια μου και βλέπω γαμψά νύχια. Τρέχω στο δάσος μαζί με τους άλλους. Κάθε λίγο σταματάμε για να ακούσουμε κινήσεις ζώων. Είμαστε πεινασμένοι και ψάχνουμε για λεία εδώ και ώρες. Ακολουθώ τους άλλους από τον ήχο της ανάσας τους. Ξαφνικά βγαίνουμε σε ένα ξέφωτο. Μάλλον ανεβήκαμε πολύ και το δάσος τελείωσε. Κάτι αστράφτει λίγο πιο ψηλά. Κάποιος τρέχει προς τα εκεί.

Όταν φτάνουμε, ο μπροστά μας κάνει νόημα να κάνουμε ησυχία. Πλησιάζουμε τον αστραφτερό πύργο. Δίπλα του ένα αυτοκίνητο που μέσα του είναι άνθρωποι που μισοκοιμούνται. Περιεργαζόμαστε τον πύργο από σίδερο που στέκει περήφανος στο ξέφωτο. Κρατιέται όρθιος από σιδερένια σκοινιά, τεντωμένα προς όλες τις πλευρές. Με σιγανά βήματα απομακρυνόμαστε, φτάνοντας σιγά-σιγά στο δάσος. Εκεί μιλήσαμε: «Τί είναι αυτό; Τί θέλουν οι άνθρωποι εδώ πάνω; Ούτε εδώ δεν μπορούν να μας αφήσουν ήσυχους;», είπα. «Το έχω ξαναδεί. Όπου είναι αυτό, μετά έρχονται κι άλλοι άνθρωποι και περισσότεροι πύργοι πιο μεγάλοι. Θα πρέπει να φύγουμε από εδώ», είπε κάποιος μεγάλος. «Τί μπορούμε να κάνουμε;» , είπα. «Να τον ρίξουμε και να τους διώξουμε» είπε κάποιος άλλος, νέος. «Οι άνθρωποι έχουν όπλα. Εαν επιτεθούμε, θα μας σκοτώσουν. Καλύτερα να φύγουμε, παρά να μας σκοτώσουν», είπε μία άλλη. «Δεν θέλω να φύγω από εδώ. Εδώ μεγάλωσα κι εδώ θα πεθάνω«, είπε μία άλλη. «Ας περιμένουμε να φύγουνε κι ας προσπαθήσουμε να σκίσουμε τα σκοινιά», είπε ο γηραιότερος.

Κάτσαμε κάτω από ένα δένδρο που ήταν μαλακά και περιμέναμε. Σχεδόν ξημέρωσε, μέχρι που ακούσαμε το αυτοκίνητο να ξεκινάει και να φεύγει από εκεί. Μόλις απομακρύνθηκε, τρέξαμε προς τον πύργο. Αρχίσαμε να δαγκώνουμε με λύσσα τα σιδερένια σκοινιά που τον κρατούσαν όρθιο. Ωστόσο δεν μπορούσαμε να τα μασήσουμε. Όσο προσπαθούσαμε, τόσο τα ούλα μας σκίζονταν και έτρεχε αίμα. Από μακρυά είδα μια φιγούρα ανθρώπου να πλησιάζει. Αμέσως τρέξαμε στο δάσος γεμάτοι φόβο. Αφού απομακρυνθήκαμε, κοιμηθήκαμε πεινασμένοι. Το επόμενο βράδυ, ήρθαμε ξανά στο ξέφωτο. Αυτή τη φορά, ο πύργος είχε πέσει. Τα σκοινιά ήταν κομμένος και ο πύργος κομμένος στη μέση. Τα αίματα μας βρίσκονταν ακόμα φρέσκα στα κομμένα σκοινιά. Συνεχίσαμε το κυνήγι μας. Από τότε, δεν ξαναείδαμε το αυτοκίνητο εκεί.

Με τους λύκους είμαστε μαζί, σπίτι τους θα μείνει η κάθε κορυφή.