Απόψεις

Αέρας – Αφεντικό – μέρος 2ο (της Ίμπρι Λοκ.)

Γράφει η Ίμπρι Λοκ.

Κάθε φορά που η ιστορία έφτανε σε αυτό το σημείο, οι παραμυθούδες των χωριών της Αργιθέας, έπαιρναν μια βαθιά ανάσα, κι έπειτα σιγοτραγουδούσαν:

Κατέβηκαν με δρασκελιές / κι οι τρόμοι ζωντανεύουν / πουλιά χτίζουν ξανά φωλιές / στους πλούσιους αγριεύουν

Το Αφεντικό όμως έμεινε / και είδε στο όνειρό του / ότι κρατούσε σαν παιδί / στο χέρι το Βουνό του

Ένα όνειρο ασπρόμαυρο / και μαυροκεντημένο / σαν ένα σάβανο ακριβό / με μίσος στολισμένο

Ένα όνειρο που φτιάχτηκε / από ομιχλώδες νέφος / καπνό από φλόγες σε κορφές / βλέμμα θαμπό από βρέφος

Το όνειρό του έμοιαζε / σαν ένας εφιάλτης / από τα σπάργανα της γης σα φόνος της Αστάρτης / Που το βουνό συντάραξε / και άρχισε να κλαίει / με καταιγίδα ξέσπασε / με ψίθυρους του λέει:

«Aν δεις μέσα στα έγκατα / της κόρης του ματιού σου / θα βρεις αυτό που έχασες / κομμάτι του εαυτού σου / Μόλις επτά χρονών παιδί / πρόδωσες Γη – Μητέρα / και έταξες τα βήματα / στα λόγια του Πατέρα»

Τότε το χώμα σείστηκε / και άνοιξε στα δύο / Ακούστηκε ένας βρηχυθμός / από άγριο θηρίο

Απ’ το όνειρο σα ξύπνησε / πα να το ζωντανέψει / Μα το Βουνό κατάφερε / το χέρι να του στρέψει

Ύστερα, με φωνή αχλή σαν την ομίχλη που είχε απλωθεί στο βουνό, συνέχιζαν να λένε:

Όσοι ζούσαν εκείνα τα χρόνια στα χωριά της Αργιθέας δεν είχαν ματαδεί αντάρα τέτοια. Είχε φτάσει η πιο μεγάλη νύχτα. Η νύχτα της πάλης του Αέρα με το Αφεντικό. Το Αφεντικό καταπατούσε την πολυπόθητη κορφή κι ένοιωθε, μαζί με τη βροχή, να μεγαλώνει και η δύναμή του. Διέταξε λοιπόν, όλες τις πέτρες και όλα τα ζώα και όλα τα πλάσματα που είχε αρπάξει με τη βία ως τότε από το βουνό να παλέψουν για χάρη του. Το χώμα ανασηκώθηκε και ανακατεύτηκε στην ατμόσφαιρα μαζί με τα δάκρυα και το αίμα σκοτωμένων ζωων και σπάνιων πουλιών που λίγο πριν πετάξουν για τόπους αλλοτινούς άφησαν την τελευταία τους πνοή σε φωλιές αιματοβαμμένες. Οι άνθρωποι κρύβονταν πίσω από πόρτες αμπαρωμένες και κάθε γήινο πλάσμα νόμισες είχε για πάντα κοιμηθεί. Κι ο Αέρας μανιασμένος ενορχήστρωνε τη μυστηριακή του χορωδία: κρυστάλλινοι ήχοι από τα έγκατα της γης – που αργότερα ονομάστηκαν «κρυσταλλήχοι» – διαδέχονταν ήχους μεγαλειώδεις, σα βήματα γιγάντων που κατεβαίνουν από το βουνό.

Μια κόκκινη γραμμή στην άκρη του ορίζοντα έκλεινε την αυλαία για το φως του ήλιου.

Όμως εκείνη, κρυμμένη ανάμεσα στις σχισιματιες των βράχων, συνέχισε να πλέκει υπομονετικά το υφαντό της. Ήταν η μοναδική πεταλούδα που ζούσε την εικοστή έβδομη μέρα της ζωής της, ποτέ της δεν έμαθε γιατί, σα να δικαιούταν παραπάνω ζωές εκ του φυσικού της. Θυμήθηκε τη δεύτερη μέρα της ζωής της, όταν ξύπνησε και το φως του ήλιου της ζέστανε τη ραχοκοκκαλιά. Ήταν τότε που τρύπωσε ανάμεσα στα βράχια του βουνού και ξεκίνησε να πλέκει τούτο το υφάδι χρησιμοποιώντας το φως απ’ τις αχτίδες του. Έκτοτε, κάθε μέρα που ξημέρωνε, η πεταλούδα έπλεκε το υφαντό. Μέχρι που έφτασε εκείνη η νύχτα. Η νύχτα της πάλης του Αέρα με το Αφεντικό. Αιώνια νύχτα-Αιώνια Μέρα.

Ίσως η τελευταία βελονιά, σκέφτηκε και ξεκίνησε να πλέκει πιο γρήγορα και πιο γρήγορα. Μια βελονιά κι ύστερα, ένα πέταγμα ανάμεσα στα χαλάσματα. Τη φοβόταν ετούτη την κίνηση. Μα τα λεπτά μισοσκισμένα φτερά της έσκισαν τον αέρα και υψώθηκαν πάνω απ’ τις πέτρες και πάνω απ’ τα χώματα και πάνω απ’ την κοιλάδα και πάνω απ’ τις μηχανές του Αφεντικού. Τόσο δα λεπτά, μα τόσο δυνατά..! Ίσως η τελευταία φορά που τα ανοίγει και πετάει, σκέφτηκε. Ίσως η τελευταία φορά που οι κεραίες της αγγίζουν την κρύα πέτρα. Και πόσο όμορφη είναι αυτή η πέτρα, και οι μυριάδες μικροσκοπικές πτυχώσεις της, που εμφανίζουν εκατομμύρια κόσμους και σχήματα και αποχρώσεις! Ίσως, ίσως… η τελευταία φορά που βλέπει χρώματα, και τι όμορφα τα πέταλα του λουλουδιού που φύτρωσε ανάμεσα στις ρωγμές των βράχων. Ακριβώς όπως καταχώνιαζε εκείνη πριν επιχειρήσει το μεγάλο πέταγμα, σκέφτηκε. Ίσως… ίσως είναι το πιο ζωντανό κίτρινο και το πιο ζωντανό ροζ που έχει δει ποτέ της ή ίσως πάλι, έτσι να της φαίνεται γιατί, είναι, ίσως, η τελευταία φορά που βλέπει χρώματα, που μυρίζει το λουλούδι, που αγγίζει την πέτρα, που ακούει το νερό να κυλάει στο ποτάμι, που συνοδεύει το κελάηδισμα των πουλιών που χορεύουν στον ουρανό. Ίσως για τελευταία φορά.

Και μετά; Σκοτάδι;

[ συνεχίζεται]