Αφηγήσεις

Ο νερόμυλος.

του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

Κάπου στις χαράδρες της βόρειας Αργιθέας στέκεται ένας πετρόχτιστος νερόμυλος πλάι στην ξεραμένη κοίτη κάποιου ανώνυμου ποταμού. Οι τοίχοι και τα δοκάρια του είναι ανέγγιχτα από τα χρόνια και τον καιρό, και η μεγάλη πέτρα στο εσωτερικό του ακόμα γυαλοκοπάει όταν την χτυπάει το φως του φεγγαριού.


Ο κόσμος απ’ τα γύρω χωριά αποφεύγει τον νερόμυλο. Κάποια βράδια η πέτρα του ακούγεται να γυρνάει μοναχή της, δίχως νερό και μυλωνά, και λένε πως ο ήχος απ’ το άλεσμα στρίβει το μυαλό αυτών που τον ακούνε. Άλλες νύχτες πάλι, ακούγεται τρανός αχός λες και αμέτρητοι καβαλάρηδες κατηφορίζουν την βουνοπλαγιά σπέρνοντας λιθάρια και πυρωμένα ξύλα στο κατόπι τους. Τα λιανοπαίδια λένε πως εκεί αλέθει ο διάβολος κόκαλα για να φτιάξει το αλεύρι του Κάτω Κόσμου.

Στο μέρος που βρίσκεται ο νερόμυλος υπήρχε κάποτε ένας μεγάλος οικισμός, καλοστεκούμενος, με μεγάλες οικογένειες, καρπερά μποστάνια και παχιά κοπάδια. Ένα παράπονο είχαν μονάχα οι χωριανοί, για το νερό. Είχαν κοντά τους μια πηγή για να πίνουν και να πλένουν, αλλά επειδή το ποτάμι βρισκόταν στην πίσω μεριά της βουνοκορφής, έπρεπε να κουβαλάνε το στάρι μέχρι τον μύλο στο πέρα χωριό, μισή και βάλε μέρα δρόμο.


Κάποια στιγμή πριν από έναν αιώνα, οι χωριανοί αποφάσισαν να εκτρέψουν τη ροή του ποταμιού, χαράζοντας μια νέα κοίτη στη δικιά τους πλαγιά, βαθιά σαν μυτερό λαγκάδι. Έβγαλαν πέτρες απ’ την κορφή του βουνού και ξερίζωσανδέντρα που μήτε οι κεραυνοί δεν είχαν τολμήσει ν’ αγγίξουν. Δε δώσαν σημασία στα ουρλιαχτά των ανέμων και στις κλαγγές των λιθαριών που ακούγονταν σαν χολωμένοι ψάλτες μέσα στην ερημιά καθώς κατρακυλούσαν. Κάλεσαν Ηπειρώτες μάστορες για να σηκώσουν τον νερόμυλο. Κι όταν ολοκληρώθηκε το χτίσιμο, εκτρέψαν το ποτάμι έτσι που τα νερά χυθήκαν με ορμή στην καινούρια κοίτη, γυρνώντας με μανία την μυλόπετρα.


Για ένα χρόνο το νερό κατέβαινε αφρισμένο απ’ τις απάτητες κορφές κι ο μύλος άλεθε με δύναμη το καλαμπόκι και το παχύ σιτάρι. Γέμισαν τα σακούλια κι οι αποθήκες, και πάχυνε κι άλλο ο τόπος.

Ήταν τότε κάποιοι στο χωριό που άρχισαν να γκρινιάζουν πως το αλεύρι μύριζε αίμα, πως το ψωμί που ζύμωναν μ’ αυτό μάτωνε καθώς το έκοβαν με το μαχαίρι κι ότι τους έφερνε αγριεμένα όνειρα όταν το τρώγανε. Το χωριό δεν ήθελε να τους ακούει αυτούς. Τους είπε τρελούς και τους έδιωξε. Κι αυτοί πήγαν κι εγκαταστάθηκαν στην κορφή από έναν λόφο απέναντι, και κοίταζαν από μακριά τους συγχωριανούς τους να αλέθουν.


Όταν το ποτάμι έκλεισε ένα χρόνο στην καινούρια του κοίτη, άνοιξαν οι ουρανοί κι έριξαν τέτοιο νερό που δεν ξαναείδε ο τόπος. Οι εξόριστοι που ήταν απάνω στην κορφή του λόφου διηγήθηκαν αργότερα για εκείνο το βράδυ: πώς έβλεπαν στο φως των αστραπών πελώριες μορφές απάνω στις βουνοκορφές να κυλάνε μεγάλους βράχους στις πλαγιές, πώς άκουγαν ρίζες και κόκαλα να σπάνε και κορμούς να κοπανάνε στο ποτάμι, πώς είδαν το νερό του ποταμιού να αφρίζει, να σηκώνεται κατακόκκινο σαν αίμα, λες κι έβγαινε από βαθιά πληγή μέσα στη γη. Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα άκουσαν έναν τρομερό κρότο. Ήταν το βουνό που σκίστηκε στα δυο, κι είδαν ολόκληρη τη βουνοπλαγιά να σπάει και να πέφτει πάνω στο χωριό σκεπάζοντας με τόνους από λάσπη σπίτια κι ανθρώπους κοιμισμένους.

Έκτοτε το ποτάμι επέστρεψε στην παλιά του κοίτη και στο μέρος εκείνο δεν εγκαταστάθηκε άνθρωπος ξανά. Από τον οικισμό απέμεινε μονάχα ο νερόμυλος ν’ αλέθει κάποια βράδια κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, θαρρείς αλεύρι για τους θαμμένους χωριανούς.