Ήταν ένα από εκείνα τα πρωινά στον θεσσαλικό κάμπο που ο αέρας κολλούσε πάνω σου, η υγρασία ήταν τόσο πηχτή που την έτρωγες με το κουτάλι και αλαφιασμένα κουνούπια χάραζαν ξέφρενες πορείες πάνω στο σώμα. Μία ομάδα ανθρώπων, χωμένη μέσα στα στραπατσαρισμένα από τις πρόσφατες πλημμύρες αναχώματα του Πηνειού, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Λάρισα, περιεργαζόταν το τοπίο και κρατούσε σημειώσεις, μάλλον κατά νου. Σημειώσεις υδραυλικής, μηχανικής αλλά και της τοπικής υποκουλτούρας, που εκείνη τη στιγμή συμπυκνωνόταν στα αυθαίρετα σκυλάδικα που έστεκαν μπροστά τους, μέσα στην κοίτη του ποταμού. Είμαστε στα τέλη του Σεπτέμβρη, η λάσπη ακόμα φρέσκια σε πόλεις, χωριά και χωράφια από το πέρασμα του Daniel, και είναι μία από τις επιτόπιες ξεναγήσεις μίας ομάδας Ολλανδών οι οποίοι είχαν παρουσιαστεί από τον πρωθυπουργό λίγες ημέρες νωρίτερα με περγαμηνές σωτήρα για την Θεσσαλία.
Το αλάτι της θεσσαλικής γης
Ήταν ένα από εκείνα τα πρωινά στον θεσσαλικό κάμπο που ο αέρας κολλούσε πάνω σου, η υγρασία ήταν τόσο πηχτή που την έτρωγες με το κουτάλι και αλαφιασμένα κουνούπια χάραζαν ξέφρενες πορείες πάνω στο σώμα. Μία ομάδα ανθρώπων, χωμένη μέσα στα στραπατσαρισμένα από τις πρόσφατες πλημμύρες αναχώματα του Πηνειού, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Λάρισα, περιεργαζόταν το τοπίο και κρατούσε σημειώσεις, μάλλον κατά νου. Σημειώσεις υδραυλικής, μηχανικής αλλά και της τοπικής υποκουλτούρας, που εκείνη τη στιγμή συμπυκνωνόταν στα αυθαίρετα σκυλάδικα που έστεκαν μπροστά τους, μέσα στην κοίτη του ποταμού. Είμαστε στα τέλη του Σεπτέμβρη, η λάσπη ακόμα φρέσκια σε πόλεις, χωριά και χωράφια από το πέρασμα του Daniel, και είναι μία από τις επιτόπιες ξεναγήσεις μίας ομάδας Ολλανδών οι οποίοι είχαν παρουσιαστεί από τον πρωθυπουργό λίγες ημέρες νωρίτερα με περγαμηνές σωτήρα για την Θεσσαλία.
Στις 4 Σεπτεμβρίου του 2023 ξεκίνησε η εκδήλωση των πλημμυρικών φαινομένων του Daniel. Πέντε ημέρες αργότερα, η Θεσσαλία μετρούσε 17 νεκρούς, λασπωμένα σπίτια, κατεστραμμένες υποδομές. Μία εβδομάδα πιο μετά, ενώ (δεν) εξοικειωνόμαστε με τον απρόσκλητο επισκέπτη μας με το κινηματογραφικό όνομα “ωμέγα εμποδιστής”, μία άλλη πληροφορία θα κινητοποιήσει το συλλογικό φαντασιακό με όρους λύτρωσης: μία ολλανδική εταιρεία, η HVA International, έχει έρθει ύστερα από πρόσκληση του πρωθυπουργού με σκοπό να αναλάβει την αντιπλημμυρική θωράκιση της Θεσσαλίας. Προβάλλεται η εμπειρία της στο πεδίο, η οποία ενισχύεται από αυτήν την κραταιά αόριστη νεοελληνική πεποίθηση ότι “ο ξένος ξέρει καλύτερα”. Η συνέχεια, όταν θα αρχίσει να γίνεται εμφανές ποιο είναι το πεδίο της εμπειρίας της, δεν θα είναι ανάλογη.
Η διαχείριση του νερού στην Ολλανδία
Η Ολλανδία είναι μία χώρα όπου το ¼ της έκτασής της βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της θάλασσας. Ένα πλήθος από λίμνες, ποτάμια και κανάλια επιτρέπει τη διείσδυση του νερού της Βόρειας Θάλασσας σε μεγάλη έκταση της χώρας. Μία πλημμύρα του 1953 που άφησε πίσω της 1.800 νεκρούς οδήγησε στη δημιουργία μίας επιτροπής η οποία θα ασχολούνταν με τη διαχείριση του νερού στα πολλαπλά “δέλτα” της χώρας. Tο Deltaworks, όπως ονομάστηκε, αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο προγράμματα διαχείρισης του νερού μέσω της υδραυλικής μηχανικής. Ολοκληρώθηκε σταδιακά μέσα σε 43 χρόνια και περιλαμβάνει 13 βασικά φράγματα και μία σειρά δευτερευόντων φραγμάτων, υδατοφρακτών και αναχωμάτων. Τα φράγματα έχουν συνολικό μήκος 30 χλμ. και ρυθμιζόμενες πύλες που επιτρέπουν υπό κανονικές συνθήκες το θαλασσινό νερό να εισχωρεί στα κανάλια και στα ποτάμια, ενώ κλείνουν όταν προβλέπεται άνοδος της στάθμης της θάλασσας πάνω από τα 3 μέτρα. Όπως είναι φυσικό ένα τέτοιο πρότζεκτ, κόστους 5 δισ. ευρώ και απλωμένο χρονικά σε βάθος δεκαετιών, δημιούργησε έναν τεράστιο κύκλο εργασιών με πολλές και διαφορετικές εταιρείες να εμπλέκονται. Με βιογραφικό την εμπλοκή της σε αυτό το έργο διαχείρισης του νερού, χωρίς να αναφέρεται ωστόσο σε ποιο συγκεκριμένο κομμάτι του πρότζεκτ ενεπλάκη, παρουσιάστηκε από το ελληνικό κράτος η ολλανδική εταιρεία HVA International.
Μία αποικιακή εταιρεία
Η ίδια η HVA ωστόσο συστήνεται ως μία εταιρεία ανάπτυξης μεγάλων υποτροπικών έργων γεωργίας και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Στον διαδικτυακό της ιστότοπο εμφανίζεται ένας παγκόσμιος χάρτης με πολλές μικρές κουκίδες επάνω του που δείχνουν τις επενδύσεις της εταιρείας, σχεδόν αποκλειστικά σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και την νοτιοανατολικής Ασίας. Καμία περαιτέρω πληροφορία δεν παρέχεται. Τα γεωγραφικά συμφραζόμενα, ωστόσο, είναι ξεκάθαρα. Μία εμπορική εταιρεία, γέννημα της ολλανδικής αποικιοκρατίας, με έτος ίδρυσης το 1879, η οποία το 1939 είχε φτάσει να είναι από τις μεγαλύτερες αποικιακές εταιρείες στον κόσμο, με περίπου 200.000 εργαζόμενους σε φυτείες και ορυχεία. Στον λακωνικό ιστότοπο της εταιρείας διαβάζω μία δημόσια δήλωσή της ότι ουδέποτε ενεπλάκη με οποιοδήποτε τρόπο στην αποικιοκρατική πρακτική της δουλείας, την οποία η ολλανδική κυβέρνηση είχε καταργήσει σταδιακά μέχρι το 1870, κάποια χρόνια δηλαδή πριν την ίδρυση της HVA. Το δουλεμπόριο ωστόσο αποτελεί μία στιγμή της ιστορίας της αποικιοκρατίας. Ο διαχωρισμός των αποικιοκρατούμενων χωρών σε παραγωγικές ζώνες, οι ακραίες συνθήκες φτώχειας και η καταναγκαστική εργασία ανηλίκων και ενηλίκων αποτέλεσαν τον κορμό των συστημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης που έστησαν οι αποικιακές χώρες στην Αφρική και στην Ασία. Η δήλωση αποκήρυξης της δουλείας συνοδεύεται από μία ασπρόμαυρη φωτογραφία της βασίλισσας της Ολλανδίας Τζουλιάνα, η οποία επισκέπτεται το 1969 ένα νοσοκομείο που έχει κατασκευάσει η HVA στο Wonji της Αιθιοπίας. Κατά διαβολική σύμπτωση με την φωτογραφία που κοιτάω, η οργάνωση Fluoride Action Network (FAN), που ασχολείται με την τοξικότητα της φθορίωσης του νερού, έχει καταγγείλει ότι την δεκαετία του ‘50 η HVA είχε δημιουργήσει τρία εργοστάσια ζάχαρης στην Αιθιοπία, οι εργάτες των οποίων δεν γνώριζαν για την ύπαρξη περίσσειας φθορίου στο πόσιμο νερό τους. Σε αντίθεση φυσικά με την διοίκηση και τους Ολλανδούς αποικιοκράτες οι οποίοι είχαν το δικό τους ασφαλές πόσιμο νερό. Για 17 χρόνια οι εργάτες και ο πληθυσμός της περιοχής έπιναν από αυτό, με αποτέλεσμα τέσσερες γενεές μέχρι σήμερα να επηρεάζονται από οδοντική και σκελετική φθορίωση η οποία προκαλεί παραμορφώσεις και αναπηρίες. Μέχρι σήμερα η HVA International αρνείται να παραδεχτεί την ευθύνη της. Στον ιστότοπο η εταιρεία διαβεβαιώνει για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την φροντίδα των εργαζομένων στις φυτείες.
Μία αγροτοβιομηχανική εταιρεία
Φτάνοντας στο σήμερα, με τις πληροφορίες που παρέχει η ίδια η HVA να είναι φειδωλές, προσπάθησα να σκιαγραφήσω τον κύκλο εργασιών της εταιρείας μέσα από τα βιογραφικά των στελεχών της που είναι δημοσιευμένα στο Linkedin. Αυτά τα βιογραφικά αναφέρονται σε εμπειρίες και προϋπηρεσίες που κινούνται στο φάσμα του τραπεζικού τομέα και των κεφαλαιαγορών, της δημιουργίας βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων, στις ξένες επενδύσεις και στο εμπόριο, στη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων και στη διαχείριση μεγάλης κλίμακας γαλακτοκομικών επιχειρήσεων. Ο επιχειρηματικός προσανατολισμός της εταιρείας, όπως αυτός κατατίθεται μέσα από τα βιογραφικά των διευθυντικών της στελεχών, στερείται οποιασδήποτε κατεύθυνσης στη διαχείριση του νερού και γενικότερα έργων υδραυλικής μηχανικής. Πώς και γιατί, λοιπόν, μία αγροτοβιομηχανική εταιρεία βρέθηκε να έχει αναλάβει να εκπονήσει ένα master plan για την αντιπλημμυρική θωράκιση και τη διαχείριση των νερών στον θεσσαλικό κάμπο;
CEO με πολιτικές διασυνδέσεις
Σίγουρα δεν μπορώ να παρακάμψω μία εκτεταμένη κριτική που έχει διατυπωθεί δημόσια και η οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα μέσα από ένα σχήμα ανάλυσης στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το προσοδικό κράτος και ένας καλά οργανωμένος και διαπλεκόμενος κομματικός μηχανισμός. Ο διευθύνων σύμβουλος της HVA, Μιλιτιάδης Γκουζούρης, και οι πολιτικές του διασυνδέσεις με την ΝΔ, αποτελούν την πρώτη ύλη αυτής της κριτικής. Θα διατελέσει σύμβουλος του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Αθ. Τσαυτάρη κατά την περίοδο 2012-2014 και σύμβουλος του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθήνας (ΟΑΣΑ) την περίοδο 2013-2015. Ένα ακόμη ελληνικό όνομα με αντίστοιχες διασυνδέσεις εμπλέκεται στην ιστορία. Είναι αυτό του Γρηγόρη Δημητριάδη. Ο Δημητριάδης έχει διατελέσει πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΑΣΑ την περίοδο 2013-2015, με υφιστάμενό του τότε τον Γκουζούρη. Λίγα χρόνια αργότερα, οι θέσεις θα έρθουν τούμπαλιν και ο Δημητριάδης θα διατελέσει εκτελεστικός αντιπρόεδρος της HVA την περίοδο 2018-2019, με τον Γκουζούρη να είναι ιεραρχικά προϊστάμενός του. Ο Γρ. Δημητριάδης σήμερα είναι διευθύνων σύμβουλος του “Υπερταμείου”.
Μπορεί το παραπάνω πλέγμα να εξηγήσει την επιλογή της συγκεκριμένης εταιρείας για τη διαχείριση των νερών στην Θεσσαλία; Θα αφήσω να δώσετε εσείς τις απαντήσεις που σας ακούγονται ίσως πιο οικίες βάσει της ελληνικής εμπειρίας. Να προσθέσω μόνο ότι στο πλαίσιο της έρευνας απευθύνθηκα και σε ανθρώπους που εμπλέκονται σε θέματα διαχείρισης του νερού στην Ολλανδία και έχουν μία εικόνα της “πιάτσας” στην χώρα, στους οποίους η HVA ήταν άγνωστη σαν όνομα.
Η αρχική διαρροή
Ήταν μία πρώιμη φθινοπωρινή Κυριακή του Νοέμβρη και αντάλλασα την πρώτη καλημέρα με τον περιπτερά στην πλατεία Γιολδάση. Ένα από τα, λίγα στην πόλη, εναπομείναντα σημεία πώλησης εφημερίδων, ήξερε γιατί είμαι εκεί πριν ακόμα ανοίξω το στόμα. Με το βλέμμα μου έδειξε το πρωτοσέλιδο της Καθημερινής: Ανοίξτε τα ποτάμια, ξεχάστε τα φράγματα, έλεγε ο υπέρτιτλος. Ο υπότιτλος επεξηγούσε: Τί προτείνουν οι Ολλανδοί για την αναγέννηση του κάμπου. Ήταν η πρώτη διαρροή των προτάσεων που κατέθεσε η HVA προς την κυβέρνηση σχετικά με την Θεσσαλία. Αναφερόταν στις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στα ποτάμια και τον περιορισμό της κοίτης και των πλημμυρικών τους ζωνών, στην ανάγκη ενός κεντρικού συντονισμού όλων των κατακερματισμένων υπηρεσιών που έχουν αρμοδιότητες στη διαχείριση του νερού και στην απουσία ενός 24ωρου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για πλημμυρικά φαινόμενα. Οι Ολλανδοί βέβαια δεν έλεγαν τίποτα διαφορετικό από αυτά που έχουν διατυπώσει εδώ και χρόνια διάφοροι επιστήμονες και πανεπιστημιακά εργαστήρια σχετικά με τα αδύνατα σημεία της διαχείρισης του νερού στον κάμπο. Απλά δεν έχουν γίνει ποτέ πρωτοσέλιδο.
Θυμήθηκα τον Νικήτα Μυλόπουλο, ο οποίος την περασμένη άνοιξη μου μιλούσε για το θέμα του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και τις προτάσεις που (ξανα)κατέθεσε μετά τον Ιανό το Εργαστήριο Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στον Βόλο, του οποίου είναι διευθυντής.1 Μιλώ με τον Θάνο Γιαννακάκη, περιβαλλοντολόγο και συντονιστή δράσεων του World Wildlife Fund (WWF) για λύσεις από την φύση, ο οποίος δεν μιλάει γενικά και αόριστα. Βάζει στη συζήτηση μία πολύ συγκεκριμένη πρόταση που έχει καταθέσει η οργάνωση για τον ποταμό Καλέντζη στο πλαίσιο της έκθεσης “Rivers2Restore”, η οποία αναφέρεται σε μετακίνηση αναχωμάτων, διαπλάτυνση της κοίτης των ποταμών και δημιουργία πλημμυρικών ζωνών. Ο Κωνσταντίνος Σούλης, διδάκτορας γεωπονικών επιστημών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενα την γεωπληροφορική, την υδρολογία και τη διαχείριση υδατικών πόρων, μου λέει ότι “δεν μας λείπουν τα σχέδια στην πραγματικότητα. Αν πήγαινε κάποιος σε ένα οποιοδήποτε πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο και έπιανε τους ανθρώπους και τους έλεγε πείτε μερικές απόψεις για το τί πρέπει να γίνει, αντίστοιχα ένα σχέδιο θα έφτιαχναν και αυτοί. Μας λείπει η πραγματική μελέτη και η πραγματική δουλειά με τον κόσμο που είναι εκεί. Γιατί τα σχέδια είναι καλά, αλλά όταν πας να τα εφαρμόσεις μπορείς;”. Ένα καίριο ερώτημα για το οποίο θα προσπαθήσω να αναζητήσω απάντηση παρακάτω.
Το τελικό master plan
Τέσσερις μήνες μετά, άνοιξη πια, η HVA θα καταθέσει το τελικό της master plan για την Θεσσαλία, το οποίο θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. 397 σελίδες, γραμμένες στην αγγλική, προφανώς αποκλείουν τεχνικά και γλωσσικά τον τοπικό πληθυσμό, τους αγρότες και τις αγρότισσες, όσους και όσες δεν έχουν εξοικείωση με την γλώσσα. Η περίοδος της διαβούλευσης ορίζεται σχεδόν για έναν μήνα. Το πλάνο αναφέρεται σε χιλιόμετρα ενισχυμένων αναχωμάτων, μεγάλα φράγματα, εκτροπή του Αχελώου, μετακινήσεις οικισμών, δημιουργία πλημμυρικών ζωνών και αλλαγή καλλιεργειών. Η κοστολόγησή του ανέρχεται στα 4,5 δισ. Ευρώ. Την ίδια στιγμή, ένα κεφάλαιο του master plan, αυτό το οποίο αφορά την ίδρυση ιδιωτικού οργανισμού διαχείρισης των υδάτων της Θεσσαλίας, διαμορφώνεται σε νομοσχέδιο και βγαίνει σε ξεχωριστή παράλληλη διαβούλευση για μία εβδομάδα. Δύο ημέρες μετά το πέρας της προθεσμίας, θα κατατεθεί (και θα ψηφιστεί) στην βουλή.
Και μία συνέντευξη ουσίας
Τρεις ημέρες αφού έχει λήξει η δημόσια διαβούλευση του master plan, ο διευθύνων σύμβουλος της HVA Μ. Γκουζούρης δίνει συνέντευξη στο money review, μία ψηφιακή έκδοση, οικονομική και επιχειρηματική, της Καθημερινής.2 Σε αυτήν αναφέρεται στο βασικό αντικείμενο της εταιρείας, παρουσιάζοντας τις πρακτικές της σε άλλες περιοχές του πλανήτη, στην Ασία και στην Αφρική, καταθέτοντας αντίστοιχες προοπτικές και για την Θεσσαλία. Ενοικίαση της γης για 50 έως 100 χρόνια, βιομηχανικού τύπου καλλιέργειες και καθορισμός των ειδών τους βάσει της παγκόσμιας αγοράς και των συμβολαίων που θα κλείνει η εταιρεία, δημιουργία εργοστασίων επεξεργασίας των προϊόντων της. Ζητάει από το κράτος να αναλάβει το μεγαλύτερο κόστος του σχεδίου που αφορά τις υποδομές διαχείρισης του νερού,3 υπόσχεται επένδυση 500 εκ. ευρώ από τη μεριά της και την προσέλκυση άλλων 500 εκ. ευρώ από επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων.
Χώμα και νερό
Ο Μ. Γκουζούρης περιγράφει με ποιον τρόπο δουλεύει η εταιρεία του στις χώρες όπου επενδύει. “Φροντίζουμε αυτές οι περιοχές να είναι στεγνές, να έχουν αρδευτικά κανάλια, να δημιουργηθούν τα εργοστάσια που επεξεργάζονται τα προϊόντα, καθώς επίσης και οι υποδομές που απαιτούνται”. Αυτό είναι το πλάνο και για τον θεσσαλικό κάμπο. Η HVA ήρθε στην Θεσσαλία για να σχεδιάσει μία αντιπλημμυρική θωράκισή για τους ανθρώπους, τα ζώα και τις καλλιέργειες, μέσω αυτής να εξασφαλίσει ένα στεγανό και επαρκές δίκτυο άρδευσης των αγροτοβιομηχανικών επενδύσεων που σχεδιάζει και να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες επανάληψης πλημμυρικών φαινομένων που θα ήταν εμπορικά ζημιογόνα.
Αναχώματα πολλών χιλιομέτρων
Όπου νερό και αναχώματα. Κάπως έτσι μπορεί να περιγραφεί λακωνικά ο κάμπος. Μία μελέτη της εταιρείας Μπουτ το 19334 αναφέρει ότι στην περιοχή της Καρδίτσας οι μόνιμοι βάλτοι ήταν 65 τ. χλμ. και οι πλημμυρικές εκτάσεις 535 τ. χλμ. Στην ουσία περιγράφει μία ημιβαλτώδη περιοχή η οποία, κάθε φορά που τα ποτάμια κατέβαζαν πολύ νερό, πλημμύριζε. Οι αποξηράνσεις και ο αναδασμός της γης έρχονται να απαντήσουν σε υπαρκτά υγειονομικά και διατροφικά ζητήματα. Ξεκινούν προπολεμικά, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έντασή τους θα κορυφωθεί στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Πλέον ο κάμπος μετατρέπεται σε μία έκταση με ένα αχανή υδρογραφικό δίκτυο, με καναλοποιήσεις και διευθετήσεις του ρου των ποταμών, με καταργήσεις μικρότερων ρεμάτων και αναπόφευκτα με πολλά αναχώματα. Η διαχείρισή τους όλα αυτά τα χρόνια συμπυκνώνει πολιτικούς ανταγωνισμούς, μικρούς τοπικισμούς, υλικές καταστροφές και στην πιο ακραία εκδοχή της, θάνατο. Δεν γίνεται να προσπαθήσει να μιλήσει κάποιος για διαχείριση των νερών στον κάμπο χωρίς να μιλήσει και γι’ αυτά. Έτσι και το master plan της HVA.
“Καταρχήν η μελέτη αυτή έγινε για αντιπλημμυρική προστασία. Δεν προτείνει όμως καμία απομάκρυνση αναχωμάτων από τις περιοχές όπου υπάρχουν ήδη”, λέει ο Θάνος Γιαννακάκης. Απομάκρυνση αναχωμάτων σημαίνει να πάνε πιο μακρυά και να δώσουμε χώρο στο νερό. “Τώρα τι κάνουμε; Ενισχύουμε εκ νέου τα αναχώματα, τα ψηλώνουμε πιο πολύ, βάζουμε συρματοκιβώτια, καταστρέφουμε τα παρόχθια δάση, με αποτέλεσμα το νερό πια να τρέχει πολύ πιο γρήγορα. Μου έλεγαν ότι ενώ παλαιότερα το νερό μπορεί να έκανε 1-2 μέρες να φτάσει από πάνω προς τα κάτω – βέβαια μπορεί να ήταν και άλλες οι βροχοπτώσεις – τώρα θέλει 3-4 ώρες και δεν υπάρχει χρόνος απόκρισης”, συμπληρώνει. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Καράμπαλη στο Ρούσσο και του Καλέντζη στην Δαφνοσπηλιά ποταμοί οι οποίοι σε εκείνα τα σημεία έχουν πλάτος σχεδόν 250 μέτρα. Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω η κοίτη των ποταμών οριοθετείται στα 50 μέτρα πλάτος, με τεράστια αναχώματα.
Η πρόταση της ολλανδικής εταιρείας αναφέρεται σε 150 χιλιόμετρα αναχωμάτων, ενισχυμένα σε ύψος, δημιουργώντας χωριά περίκλειστα για την δική τους προστασία. Αυτά τα έργα τα κοστολογεί με 5 εκ. ευρώ ανά χιλιόμετρο. Μου το έχουν αναφέρει και σε ανύποπτο χρόνο, ότι οι χωματουργικές εργασίες συνήθως δίνουν ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους σε τέτοιου είδους πρότζεκτ, ωστόσο στην περίπτωσή μας ακόμα και άνθρωποι των τεχνικών υπηρεσιών της Θεσσαλίας μιλούν για ένα τεράστιο ποσό. Και ο Άρης Τέγος, πολιτικός μηχανικός με επαγγελματική ενασχόληση στους τομείς της τεχνικής υδρολογίας, των αντιπλημμυρικών έργων και των σχεδίων διαχείρισης πλημμυρών, θα συμφωνήσει ότι οι Ολλανδοί κατέληξαν σε μία λύση η οποία είναι πάρα πολύ ακριβή τεχνικά. “Χτίζουν παντού αναχώματα για να σταματήσουν τις πλημμυρικές ροές και αυτό το πράγμα στο τέλος θα δημιουργήσει τεράστιο θέμα αποζημιώσεων. Το ανάχωμα μπορεί να είναι μια γραμμή στο Google Earth, ωστόσο μέχρι να έρθει στην πραγματική ζωή έχει κόστη που δεν τα έχουμε υπολογίσει ακόμα. Για να φτάσεις από την Καρδίτσα στον Παλαμά θα περνάς από τρία αναχώματα. Στην Μεταμόρφωση, το ύψος τους θα φτάνει τα 6 μέτρα”.
Υπάρχει αντιπρόταση; Είναι οι λύσεις-που-βασίζονται-στην-φύση (Nature-based solutions), σε αντίθεση με την αυστηρά τεχνική αντιμετώπισή της. Στην περίπτωση της διαχείρισης των πλημμυρών αντί για φράγματα και υψηλότερα αναχώματα οι NBS “περιλαμβάνουν αποκατάσταση της κοίτης, απομάκρυνση των αναχωμάτων πιο μακρυά, πλημμυρικά πεδία, μαιανδρισμούς, δημιουργία υγροτόπων και παρόχθιων δασών”, λέει ο Θ. Γιαννακάκης. Θα μου μιλήσει για την έκθεση Rivers2restore που έχει καταθέσει το WWF και για το παράδειγμα του Καράμπαλη που αναφέρεται σε αυτήν.5 Καρδιτσιώτης και ο ίδιος, συμμετείχε στη σύνταξή της, συμπεριλαμβάνοντας και την εμπειρία του τόπου. Στην έκθεση προτείνεται μετακίνηση των αναχωμάτων που σήμερα περιορίζουν το ποτάμι σε πλάτος 30-40 μέτρων ώστε να δημιουργηθεί ένα φυσικό οικοσύστημα πλάτους 250 μέτρων και μήκους 40 χλμ. ώστε να εκτονώνονται τα πλημμυρικά φαινόμενα. Στην πρόταση περιλαμβάνεται επίσης η δημιουργία ελεγχόμενων πλημμυρικών πεδίων σε συγκεκριμένες αγροτικές περιοχές από τις οποίες θα ωφελούνται και οι αγρότες.
Αυτή η τελευταία αναφορά μου επανέφερε με έναν διαφορετικό τρόπο ένα ερώτημα που έχω θέσει τον τελευταίο χρόνο επανειλημμένα σε ανθρώπους που συζητούμε για τη διαχείριση του νερού στην Θεσσαλία: εάν μιλάμε για έναν νέο αναδασμό της γης. Όταν την περασμένη άνοιξη το είχα θέσει σε αγρότες και αγρότισσες του κάμπου, εάν δηλαδή θα ήταν πρόθυμοι ή πρόθυμες η γη τους να μετατραπεί σε πλημμυρική ζώνη, οι απαντήσεις που είχα πάρει ήταν όλες αρνητικές. Ο Γιαννακάκης λέει ότι “υπάρχουν εργαλεία μέσω της ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής) ώστε ο αγρότης να μπορέσει να αλλάξει την χρήση γης του χωραφιού του από καλλιέργεια σε παρόχθιο δάσος, σε πλημμυρική έκταση. Και να μπορεί να αποζημιώνεται με ένα ποσό, νομίζω το ίδιο που δίνεται και για το βαμβάκι”.
Έργα ορεινής υδρονομίας
Από αυτήν τη μικρή πρωινή μάχη με τα βάτα σε μία ομαλή, κατά τ΄άλλα, πλαγιά στα ανατολικά της λίμνης Πλαστήρα, ήταν σίγουρο ότι θα κληρονομούσα καμπόσες γρατζουνιές. Είχα πάρει την απόφαση να δω από κοντά ένα από τα έργα ορεινής υδρονομίας στην χαράδρα του “Φούσκου”, στο Λαμπερό και τώρα υπέμενα τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Το συγκεκριμένο έργο είχε γίνει το 1967, αποτελούνταν από τρία φράγματα και αναδασώσεις με ακακίες. Σήμερα, στον πίνακα των έργων ορεινής υδρονομίας του Δασαρχείου Καρδίτσας, τα δύο από τα τρία αυτά φράγματα θα τα συναντήσεις καταγεγραμμένα χωρίς συντεταγμένες. Δεν είναι τα μόνα. Από τα πολλά σχετικά έργα που έχουν γίνει στον νομό, οι δασικές υπηρεσίες έχουν καταφέρει να εντοπίσουν μόλις 13 από αυτά, σε μία προοπτική συντήρησης ή επισκευής τους με σκοπό να γίνουν και πάλι λειτουργικά.
Το 1959 ιδρύθηκαν οι Υπηρεσίες Δασικών Έργων. Έχοντας μία αυτονομία σε σχέση με τα Δασαρχεία, κατασκεύαζαν στις ορεινές περιοχές μία αλληλουχία φραγμάτων τα οποία συνέβαλαν αφενός στη συγκράτηση των φερτών υλικών μέσω των φυτοκομικών έργων εκατέρωθεν της κοίτης των χειμάρρων και αφετέρου στη μείωση της έντασης και της ροής του νερού, ώστε να φτάνει στον κάμπο με τέτοιον τρόπο που να είναι διαχειρίσιμος. “Κάθε σύστημα προάσπισης των πεδιάδων από τις πλημμύρες, που δεν θα εμποδίζει πρώτα τις διαβρώσεις στα βουνά, θα παραμένει πάντοτε ατελές”, έγραφε κάποτε ο καθηγητής δασοκομίας και ορεινής υδραυλικής στο ΑΠΘ, Χρίστος Μουλόπουλος, συμπυκνώνοντας μάλλον το πνεύμα των παρεμβάσεων εκείνων των χρόνων. Ο Δημήτρης Κωτούλας, καθηγητής ορεινής υδρονομικής στο τμήμα Δασολογίας του ΑΠΘ υπολογίζει ότι την περίοδο 1938-1976, κατασκευάστηκαν στην επικράτεια 866.640 κυβικά μέτρα λιθόδμητων φραγμάτων, 390.237 κ. μ. ξηρολίθινων και φυτεύτηκαν περίπου 180 εκατομμύρια δασικά φυτά σε λεκάνες απορροής χειμάρρων.6 Η στρατιωτική δικτατορία θα καταργήσει αυτές τις υπηρεσίες και οι υπάλληλοί τους θα ενσωματωθούν στις Διευθύνεις Δασών και στα Δασαρχεία. Τα επόμενα χρόνια η κατασκευή ανάλογων έργων φθίνει σε μεγάλο βαθμό, όπως επίσης και η συντήρηση όσων είχαν ήδη κατασκευαστεί.
Σήμερα, μετά τα πλημμυρικά φαινόμενα του Ιανού (Σεπτέμβριος 2020) και του Daniel (Σεπτέμβριος 2023) η κεντρική εξουσία ξαναθυμάται τον κομβικό ρόλο αυτών των έργων. Σχετικές αναφορές, ίσως χωρίς μεγάλη ζέση αν κρίνω από την έκτασή τους, συμπεριλαμβάνονται και στο master plan των Ολλανδών για τη Θεσσαλία. “Προτείνει σε κάποιες θέσεις μικρά έργα ορεινής υδρονομίας. Και σε αυτά αφιερώνει τρεις σελίδες. Αν αυτά δεν προχωρήσουν, το σχέδιο προτείνει 23 μεγάλα φράγματα τα οποία στην μελέτη πιάνουν εξήντα σελίδες”, λέει ο Θάνος Γιαννακάκης. “Και είναι χωροθετημένα με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Αυτά τα φράγματα οριοθετούνται στις εξόδους των βουνών προς την πεδιάδα, πιάνοντας όλα τα νερά”. Τον Σεπτέμβριο του 2024 το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε το πρόγραμμα “Aqua Montis”, τη χρηματοδότηση με 200 εκ. ευρώ έργων ορεινής υδρονομίας στην Θεσσαλία. Δεν αναφέρεται με περισσότερες λεπτομέρειες σε αυτά τα έργα, ποιος θα τα κατασκευάσει, εάν θα είναι νέα ή θα αφορούν την επισκευή κάποιων ήδη υπαρχόντων. Μέχρι τότε αναζητούνται οι συντεταγμένες.
Η φλούδα της θεσσαλικής γης
Η πρόταση της HVA για την αντικατάσταση των καλλιεργειών στον κάμπο παρήγαγε περισσότερους υπερασπιστές του βαμβακιού απ’ όσους είναι οι ίδιοι οι καλλιεργητές του. Τραβώντας περισσότερο τα βλέμματα πάνω στο τί δεν θέλει η HVA να καλλιεργείται στον κάμπο, πέρασε σε δεύτερο πλάνο η ουσία, το τί θέλει να καλλιεργήσει σε αυτόν. Επικεντρώνοντας εκεί, θα εξετάσω το πώς οι προτάσεις της ξεδιπλώνουν ένα πολύ συγκεκριμένο εμπορικό σχέδιο το οποίο θα περιφράξει τη γη και θα βάλει ακόμη ένα μικρό λιθαράκι στην υποτίμηση της πρωτογενούς παραγωγής. Η Θεσσαλία παρά τα προβλήματά της δεν παύει να είναι μία φθηνή, απέραντη γη.
Βαμβάκι και δαίμονες
“Δεν μπορείς να πεις του άλλου βγάλε το βαμβάκι και βάλε κάτι άλλο. Και όλη αυτήν την υποδομή που υπάρχει πάνω στην βαμβακοκαλλιέργεια τί θα την κάνουμε; Θα την πετάξουμε;”, αναρωτιέται ο Κωνσταντίνος Σούλης, διδάκτορας γεωπονικών επιστημών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. “Το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού είναι με χρήματα δανεικά. Οι παραγωγοί μας τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης, του κόβιντ, των φαινομένων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, δεν είχαν ποτέ εισόδημα για να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Τα περισσότερα μηχανήματα δεν ξέρω καν αν είναι ήδη δικά τους ή είναι υποθηκευμένα λόγω δανείων”, λέει με τη σειρά του ο Χρήστος Τσαντήλας, γεωπόνος, διδάκτωρ εδαφολογίας και πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ Δήμητρα. 21.000 αγρότες και 750 αγροτικοί συνεταιρισμοί σήμερα αδυνατούν να πληρώσουν τα δάνειά τους, με αποτέλεσμα να είναι δεσμευμένες αγροτικές περιουσίες ύψους 3,8 δις ευρώ, διαβάζω σε μία οικονομική εφημερίδα.
Το βαμβάκι αναστενάζει συνεχώς κάτω από τις ετυμηγορίες ότι είναι μία υδροβόρα καλλιέργεια που επιβαρύνει το υδατικό έλλειμμα του κάμπου. Με τεχνικούς όρους κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η καλλιέργειά του απαιτεί 400 τόνους νερό τον χρόνο ανά στρέμμα. Το καλαμπόκι θέλει 700. Και η μηδική 800.7 Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα, στην εξάπλωση της καλλιέργειάς του παντού στον κάμπο. Και αυτό αγγίζει την κομματική ομερτά που υπάρχει στην Θεσσαλία εδώ και πολλές δεκαετίες. Ευνόητα, επ’ αυτού δεν συζητιούνται και πολλά πράγματα δημοσίως. “Το βαμβάκι θεωρείται υδροβόρο γιατί έχει επεκταθεί ανεξέλεγκτα και οι ποσότητες νερού που χρειάζονται είναι τεράστιες. Εάν όμως το καλλιεργούσαμε εκεί όπου έπρεπε να καλλιεργηθεί, οι ποσότητες νερού θα μειώνονταν και θα πήγαιναν σε άλλες καλλιέργειες. Αν γυρίσεις την Ελλάδα θα δεις βαμβάκι παντού γιατί πρέπει ο πολιτικός να μοιράσει τις επιδοτήσεις στο πολιτικό ακροατήριο”, λέει ο Χρ. Τσαντήλας. Και συνεχίζει δίνοντας παραδείγματα. “Στην Καρδίτσα η κύρια καλλιέργεια είναι το βαμβάκι. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη μέση απόδοση στην περιοχή δείχνουν ότι φτάνει γύρω στα 300 κιλά/στρέμμα. Είναι μία από τις πιο σημαντικές βαμβακοπεριοχές. Αν πάρουμε την ανατολική πλευρά της Λάρισας και δούμε την μέση απόδοση εκεί, φτάνει στα 400 κιλά και κάτι/στρέμμα. Από περιοχή σε περιοχή η παραγωγικότητα της γης είναι τελείως διαφορετική. Στην Καρδίτσα λόγω του κλίματος, έχει βροχόπτωση σχεδόν διπλάσια απ’ ότι έχει η ανατολική Θεσσαλία. Στην Καρδίτσα, 750-800 χιλιοστά/χρόνο. Ενώ η Λάρισα έχει 400-420 χιλιοστά. Αυτό διαφοροποιεί πάρα πολύ τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τη γη. Στην ανατολική Θεσσαλία δεν μπορούμε να επιλέξουμε καλλιέργειες που θέλουν άρδευση. Και πείτε ότι η διαφορά απόδοσης μεταξύ Καρδίτσας και Λάρισας δεν είναι μεγάλη, τα 100 κιλά είναι μία ανεκτή διαφορά. Στην δυτική Μακεδονία ξέρετε τί απόδοση έχει εκεί το βαμβάκι; 120 κιλά. Έπρεπε εκεί να καλλιεργείται;”.
Όσο οι αγρότες “βγαίνουν στη σέντρα”, αρκετοί από αυτούς επιχειρούν αλλαγές καλλιεργειών και δεν περιμένουν κάποια σχέδια “από τα πάνω” και έξω από αυτούς για να τους το υποδείξουν. Αυτό που ζητούν είναι στήριξη, επιστημονική και – στην αρχή- και οικονομική. Ο Κωνσταντίνος Σούλης λέει ότι “για μένα είναι σημαντικό να έχουμε δεδομένα ώστε να μπορούμε να τα μελετήσουμε με ακρίβεια και να πάρουμε τις πιο καλές λύσεις. Να βρούμε έναν τρόπο να μπουν και οι αγρότες σε αυτήν τη συζήτηση. Να παίρνουν την πληροφορία γι΄αυτά που πρέπει να υλοποιήσουν και να παίρνουμε και εμείς την πληροφορία από αυτούς για το τί είναι εφικτό να γίνει στην κάθε περίπτωση. Και ποια προβλήματα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αν πάμε να κάνουμε κάποια αλλαγή”. Ο συγχρωτισμός επιστημόνων και αγροτών είναι πολύ σημαντικός για να ξεπεραστεί η εκατέρωθεν καχυποψία και να διαρρηχθεί η ιεραρχική σχέση μεταξύ του κατόχου της γνώσης και αυτού που την υλοποιεί. “Όταν πας να κάνεις κάτι δεν θέλεις να ρισκάρεις. Υπάρχει το άγχος αν θα δουλέψει γιατί έχει πολλά λεφτά από πίσω. Λες, ας ρίξω το νερό που είμαι σίγουρος ότι χρειάζεται η καλλιέργεια, δεν θέλω να διψάσει και να έχω πρόβλημα. Γιατί αν στο τέλος φτάσει Οκτώβρης και πας να μαζέψεις και δεν έχει τίποτα ποιος θα την πληρώσει, αυτός ή εσύ; Γι΄αυτό λέω ότι χρειάζεται συνδιαλλαγή με τον αγρότη. Χρειάζεται να συνεργαστούμε, να του δώσω εγώ τη δική μου γνώση ότι έτσι είναι η εξάτμιση, η διαπνοή, έτσι είναι οι βροχές και οι απορροές, έτσι μετράω με τους αισθητήρες υγρασίας, έτσι μετράω με τα υδρόμετρα. Να τα συζητήσω αυτά μαζί του, να του πω αυτό που βλέπω και να αποφασίσουμε κάτι από κοινού. Πρέπει να πειστεί ο άλλος για να κάνει κάτι”.
Θερμοκήπια
Αντί για βαμβάκι η HVA προτείνει θερμοκηπιακές κηπευτικές καλλιέργειες,8 ανταγωνιστικές στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου εμπορίου. “Στην Θεσσαλία πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε θερμοκήπια που θα παράγουν επιτραπέζιες ντομάτες όλον τον χρόνο”, λέει ο Γκουζούρης και στο master plan αναφέρονται σαν πρότυπο οι αντίστοιχες βιομηχανικές μονάδες ντομάτας που έχουν αναπτυχθεί στην Ολλανδία, όπου τεχνητά θερμοκήπια εκτείνονται σε χιλιάδες στρέμματα, μία φουτουριστική εικόνα ενός πλανήτη όπου κάθε πτυχή της ζωής μας μετατρέπεται σε “θερμοκηπιακή”. Τα τελευταία τρία χρόνια η ντομάτα έχει μετατραπεί σε ένα διατροφικό προϊόν σε “κρίση”. Ως “κρίση” στην καπιταλιστική αγορά δηλώνεται η ασυμμετρία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης – που μπορεί κάποιες φορές να είναι και τεχνητή – η οποία διευθετείται με ένταση του εμπορικού ανταγωνισμού και τη συνακόλουθη υποτίμηση της εργασίας και των μισθών μας. Το πρώτο 7μηνο του 2024 η Ελλάδα εισήγαγε 17.000 τόνους ντομάτας για να καλυφθούν οι ανάγκες, τη στιγμή που οι εξαγωγές ήταν 29.700 τόνοι9. Το προϊόν θα πουληθεί εκεί όπου έχουν κλειστεί τα πιο επικερδή εμπορικά συμβόλαια, πέρα από τα σύνορα. Ο μισθός μας καθημερινά υποτιμάται ακόμη περισσότερο καθώς οι τιμές στο ράφι έχουν εκτοξευτεί. Και τα μεροκάματα των εργατών και εργατριών γης στις θερμοκηπιακές και τις υπαίθριες καλλιέργειες ντομάτας αποτελούν πεδίο συνεχούς ταξικού ανταγωνισμού.
Ο τέταρτος τόμος του master plan περιέχει και άλλες προτάσεις καλλιεργειών, πέρα από τα κηπευτικά. Πατάτες, σουσάμι, φρούτα, ξηρούς καρπούς, δεντροκαλλιέργειες, ζαχαροκάλαμο που μπορεί να διασταυρωθεί με μισκάνθο ως πρώτη ύλη για την παραγωγή βιομάζας και βιοκαυσίμων. Φιστίκια και αμύγδαλα,10 πρόσθεσε σε συνέντευξή του ο CEO της εταιρείας. “Θέλει να μετατρέψει τις καλλιέργειες σε αμυγδαλιές, οι οποίες είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, υδροβόρες. Με ένα ψάξιμο στο ίντερνετ το βλέπεις, τα βαμβάκια έχουν ένα μέσο πότισμα 450 κυβικά/στρέμμα, οι αμυγδαλιές έχουν 600-650 κυβικά. Και όσο περισσότερο τις ποτίζεις, τόσο περισσότερο βγάζουν. Προφανώς όταν ο άλλος είναι εταιρεία θα θέλει να βγάζει”, λέει ο Γιαννακάκης.
Το πέρασμα από τον μικρό κλήρο στην βιομηχανική γεωργία
Αναρωτιέμαι αν η υλοποίηση των προτάσεων της ολλανδικής εταιρείας μπορεί να προκαλέσει και μία αντίστοιχη βίαιη αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων στην Θεσσαλία. Η μετατροπή της γεωργίας σε βιομηχανική και συγκεντρωτική θα έχει σαν αποτέλεσμα να χαθεί ο μικρός κλήρος. Ο μέσος όρος σήμερα είναι γύρω στα 50-60 στρέμματα. “Η πρόταση αυτής της ομάδας δεν δέχεται την κατάσταση που υπάρχει σήμερα, η Θεσσαλία να είναι μοιρασμένη σε μικρές μονάδες, σε μικρές εκμεταλλεύσεις. Λένε δώστε μας ένα μεγάλο μέρος της γης, το παραγωγικότερο μέρος της Θεσσαλίας, να το διαχειριστούμε εμείς και να βάλουμε εκεί ορισμένες καλλιέργειες που εκτιμούμε ότι θα έχουν καλύτερη απόδοση και θα μειώσουμε το κόστος παραγωγής. Κατά τη γνώμη μου αυτό θα είναι η καταστροφή της ελληνικής γεωργίας που υπάρχει σήμερα. Η οποία χαρακτηρίζεται από την μεγάλη ποικιλομορφία που δημιουργεί αυτός ο τεμαχισμός της γης. Βασίζεται σε μικρής κλίμακας εκμεταλλεύσεις αλλά έχεις τη δυνατότητα να παράξεις ποιοτικά προϊόντα σε όχι μεγάλες ποσότητες. Αυτό είναι το πλεονέκτημά μας”, λέει ο Χρήστος Τσαντήλας. “Αυτό το καταστρέφουμε με το να λέμε ελάτε να καλλιεργήσουμε παντού ομοιόμορφα, φεύγοντας από τη σημερινή μορφή γεωργίας και πηγαίνοντας στην βιομηχανική γεωργία. Αυτό το μοντέλο θα παράγει τα προϊόντα που αυτή η επιχείρηση θέλει. Δεν θα παράγει αυτό που κατ’ ανάγκη χρειάζεται η χώρα”.
Οι ιδιαιτερότητες των παραγόμενων προϊόντων καθορίζονται από το μικροκλίμα της κάθε περιοχής, τις λεγόμενες αγροκλιματικές ζώνες. Οι προοπτικές αξιοποίησής τους απαιτούν ενημερωμένους εδαφολογικούς χάρτες, αξιολόγηση δηλαδή του εδάφους για το είδος της καλλιέργειας που μπορεί να αναπτυχθεί εκεί και για το οικονομικό αποτέλεσμα που μπορεί να έχει. “Το έδαφος δεν είναι νεκρό, δεν είναι άθροισμα ανόργανων υλικών, έχει τεράστια ζωή μέσα του. Εκατοντάδες χιλιάδες είδη μικροβίων, ένας απίστευτα μεγάλος αριθμός ζωικών οργανισμών, τα οποία το κάνουν να είναι ένα τεράστιο βιολογικό εργαστήριο μέσα από το οποίο γίνεται το παιχνίδι της απελευθέρωσης διαφόρων στοιχείων που τα απορροφούν τα φυτά και έχουμε την ανάπτυξή τους”, μου περιγράφει με πάθος ο Τσαντήλας. Αυτοί οι χάρτες σήμερα δεν είναι ενημερωμένοι για να παράξουν συγκροτημένες επιστημονικές προτάσεις, ωστόσο κάποια παραδείγματα αξιοποίησης του μικροκλίματος στην Θεσσαλίας υπάρχουν. “Στην Καρδίτσα δεν μπορούν να καλλιεργηθούν ελιές γιατί οι θερμοκρασίες του χειμώνα ήταν τέτοιες που την καθιστούσαν σχεδόν απαγορευτική. Ενώ στην ανατολική Θεσσαλία, σε περιοχές που έχουν επίδραση από την θάλασσα, όπως αυτές στο άνοιγμα των Τεμπών, η ελαιοκαλλιέργεια ευδοκιμεί πάρα πολύ”. Για την καλλιέργεια του βαμβακιού σε αγροτοκλιματικές ζώνες συζητάμε λίγο παραπάνω. Αλλά και για τα κηπευτικά, σε περιοχές όπου προηγουμένως θα έχουμε εξετάσει την κατανομή των βροχοπτώσεων, θα ήταν χρήσιμος ένας εδαφολογικός χάρτης μου λέει ο Τσαντήλας.
“Το ζητούμενο δεν είναι να παράγουμε περισσότερα προϊόντα στην Θεσσαλία για τον λογαριασμό μίας μεγάλης επιχείρησης. Το ζητούμενο είναι οι αγροτικές οικογένειες που ζουν στην περιοχή να μπορούν να παράγουν ποιοτικά προϊόντα και να έχουν ένα εισόδημα για να μπορούν να μείνουν στην περιοχή. Αν είναι να διώξουμε τον κόσμο από την ύπαιθρο και να τον κάνουμε υπάλληλο σε αυτές τις μεγάλες μονάδες που λέει αυτή η λογική νομίζω ότι πυροβολούμε τα πόδια μας”, συμπληρώνει. Στο master plan η HVA αναφέρει ότι η επέκταση στην Θεσσαλία της βιομηχανίας κηπευτικών θα δημιουργήσει ανάγκες για επιπλέον εργατικό δυναμικό το οποίο αφού δεν θα μπορεί να καλυφθεί από τους ντόπιους εργάτες θα οδηγήσει σε πρόσληψη εποχικών μεταναστών εργατών, προτείνοντας μάλιστα να προέρχονται από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως η εμπόλεμη Ουκρανία. Στη συνέχεια, η ανάλυσή της έχει για μουσικό υπόστρωμα το γνωστό άσμα “παράλληλα, περπατάμε παράλληλα”, καθώς αναφέρεται σε προετοιμασίες που θα απαιτούνταν για τη φιλοξενία αυτών των εργατών, για την παροχή στέγασης, σχολείων και υπηρεσιών υγείας, δημιουργώντας έτσι ακόμη περισσότερες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Τα αφεντικά της HVA, μιλώντας με το ταξικό προνόμιο της εκμετάλλευσης της εργασίας μας, μιλούν για την εμπειρία μας, για την κακοπληρωμένη εποχική εργασία και τη διαβίωση σε παραπήγματα, ως μία παρθενογέννεση στον θεσσαλικό κάμπο, που πλέον θα εμπεριέχει κλίμα “φιλοξενίας” και δομές κοινωνικών παροχών που δεν έχουμε δει εδώ και δεκαετίες, ούτε για τους ντόπιους ούτε για τους μετανάστες εργάτες ή τις μετανάστριες εργάτριες.
“Υφαρπαγή της γης”
Οι φιλοδοξίες της HVA απαιτούν μία καλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούν να αναπτυχθούν. Και αυτή δεν είναι άλλη από την κατοχή της γης. “Η HVA αναλαμβάνει παραχωρήσεις γης (concessions) σε διάφορες χώρες, τις οποίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε για πολλά χρόνια (π.χ. 50 ή 100) και να αναπτύξουμε δραστηριότητες που αφορούν κυρίως σε παραγωγή φαγητού (ρύζι, πατάτα, κρέας, γάλα κ.α)”, περιγράφει ο Μ. Γκουζούρης στη συνέντευξή του στο Money Review. “Παραχώρηση γης” σημαίνει ότι το κράτος υπογράφει συμφωνία ενοικίασης της γης σε μία ιδιωτική εμπορική εταιρεία. Παγκοσμίως, οι παραχωρήσεις περιλαμβάνουν όχι μόνο γεωργικές φυτείες ή μονοκαλλιέργειες, αλλά και άλλες δραστηριότητες όπως η δασοκομία (υλοτομία και ταχέως αναπτυσσόμενες φυτείες δέντρων), τα ορυχεία, τα λατομεία, η υδροηλεκτρική ενέργεια, ο τουρισμός και η βιομηχανική ανάπτυξη. Στη διεθνή έρευνα η φράση “παραχώρηση γης” (land concession) συνοδεύεται όλο και περισσότερο από την φράση “υφαρπαγή γης” (land grabbing). Και γι’ αυτό ευθύνεται όχι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα αλλά η ίδια η εμπειρία των ανθρώπων που βιώνουν αυτήν την αρπαγή και οι αγώνες που δίνουν για να την αποτρέψουν.
Τις τελευταίες δεκαετίες οι επενδύσεις σε γη έχουν αυξηθεί για την κάλυψη των παγκόσμιων αναγκών σε τρόφιμα και βιοκαύσιμα, για την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων. Σε μία κριτική ανασκόπηση των περιπτωσιολογικών μελετών που αφορούν την αρπαγή γης σε όλο τον κόσμο, που δημοσίευσε το 2021 ο Jun He, καθηγητής ανθρώπινης οικολογίας στη σχολή Εθνολογίας και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Γιουχάν στην Κίνα, εξετάζονται 128 τέτοιες περιπτώσεις.11 Οι περισσότερες έχουν καταγραφεί στην Γκάνα, στην Αιθιοποία, στην Καμπότζη, στην Ινδονησία, στην Μοζαμβίκη και στο Λάος. Το ότι κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των χωρών είναι το αποικιοκρατικό παρελθόν τους δεν θεωρείται καθόλου τυχαίο. Στην Ινδονησία, στην Μοζαμβίκη και στην Καμπότζη κάνει “δουλειές” και η HVA. Τα 2/3 από τις περιπτώσεις που μελετήθηκαν αφορούν φυτείες με επίκεντρο τα τοπικά προϊόντα όπως τα βιοκαύσιμα, το φοινικέλαιο, το καουτσούκ, τα τροπικά φρούτα και οι ξηροί καρποί. Σε κάποιες περιπτώσεις μαζί με την γη οι επενδυτές αρπάζουν και τους ενσωματωμένους υδάτινους πόρους για καλλιέργεια ή ζητούν την αναδιάταξη των συστημάτων διαχείρισης των υδάτων και των θεσμικών σχεδίων. Η απώλεια της πρόσβασης στη γη έχει αλλάξει τα παραδοσιακά μέσα διαβίωσης των τοπικών κοινοτήτων, καθώς για παράδειγμα οι φυτείες φοινικέλαιου και χαρτοπολτού αντικατέστησαν την παραδοσιακή συλλογή δασικών προϊόντων στην Ινδονησία και οι αυτόχθονες έχουν γίνει πλέον χειρωνακτικοί εργάτες στις φυτείες. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ντόπιοι αγρότες αναγκάστηκαν να ενταχθούν στην συμβολαιακή γεωργία.
Ο Philip Hirsch, καθηγητής ανθρωπογεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ καταγράφει ότι στη γεωγραφική ζώνη της νοτιοανατολικής Ασίας οι, μικρής κλίμακας, καλλιεργητές στην Καμπότζη, το Λάος, τη Μιανμάρ και το Βιετνάμ έχουν βιώσει την εκδίωξη μέσω υφαρπαγής της γης η οποία παρουσιάζεται ως “παραχώρηση”. Σε χώρες όπως οι Φιλιππίνες, η Ινδονησία και η Ταϊλάνδη, οι οποίες θέσπισαν προληπτικές αναδιανεμητικές μεταρρυθμίσεις για να αντισταθμίσουν τις αγροτικές αναταραχές, οι “παραχωρήσεις” αποτελούν μέρος μιας εκ νέου συγκέντρωσης της εκμετάλλευσης γης. Το μοντέλο “παραχώρησης” ταιριάζει καλά με την ιδεολογία του εκσυγχρονισμού, ιδιαίτερα στην παγκοσμιοποιημένη νεοφιλελεύθερη εποχή, στην οποία πολιτικές όπως αυτή της κυβέρνησης του Λάος για “μετατροπή της γης σε κεφάλαιο” υποτίθεται ότι λειτουργούν ως καταλύτης για μια μετακίνηση από “οπισθοδρομικές” σε σύγχρονες γεωργικές πρακτικές. Πίσω από αυτήν την θέση, ωστόσο, βρίσκονται πολλές εξαιρετικά αμφισβητήσιμες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας των μεγαλύτερων εκμεταλλεύσεων σε σύγκριση με τις μικρές φυτείες των ίδιων καλλιεργειών, της αγροτικής ευημερίας που υποτίθεται ότι φέρνει η νέα γεωργία υπό την ηγεσία των επενδυτών και της αποκατάστασης των υποτιθέμενων υποβαθμισμένων εδαφών μέσω του μοντέλου “παραχώρησης”. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι αυτό το μοντέλο εξυπηρετεί τα συμφέροντα τόσο των εταιρικών επενδυτών όσο και των κυβερνητικών αξιωματούχων που εμπλέκονται στη χορήγηση των “παραχωρήσεων”. Αυτό μάλιστα συνέβη όχι μόνο εις βάρος της εναπομείνασας δασικής κάλυψης της Νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά και εις βάρος των μικροκαλλιεργητών της περιοχής, των οποίων ο εκτοπισμός θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στον βιοπορισμό τους12.
Ο έλεγχος του νερού
Σχεδόν το 90% της χρήσης νερού στην Θεσσαλία αφορά την άρδευση. Το τεράστιο και πολύπλοκο δίκτυο μεταφοράς και διαμοιρασμού του στον κάμπο, έχει μία αυτοτελή αξία, είτε το μελετάς με αγροτικούς όρους είτε με χρηματιστηριακούς. Έχουμε γράψει σε προηγούμενα τεύχη για τις πολιτικές δυναμικές που προσδίδει η διαχείρισή του στους τοπικούς οργανισμούς εγγείων βελτιώσεων, όπως στον ΤΟΕΒ Ταυρωπού που διαχειρίζεται το νερό της λίμνης Πλαστήρα το οποίο χρειάζεται να φτάσει για να ποτίσει και ένα μεγάλο μέρος των καλλιεργειών του νομού Λάρισας.13 Ο έλεγχος αυτού του δικτύου είναι κομβικός για τον έλεγχο και τη διαχείριση των νερών στον θεσσαλικό κάμπο. Από τη στιγμή που το αποστραγγιστικό κομμάτι αυτού του δικτύου έχει μετατραπεί σε αρδευτικό για να καλύπτει με συντεχνιακούς όρους την συνεχή επέκταση των καλλιεργειών στον κάμπο, αναπόφευκτα ο διαχειριστής του καλείται να απαντήσει και σε ερωτήματα αντιπλημμυρικής θωράκισης. Στον πυρήνα του ζητήματος ωστόσο βρίσκεται στο ποιος θα ελέγχει και θα διαχειρίζεται το νερό. Και εδώ η HVA καταθέτει την πρόταση για την δημιουργία ενός κεντρικού Οργανισμού Διαχείρισης των Υδάτων της Θεσσαλίας (τον ΟΔΥΘ).
Κανείς και καμία που έχει παρακολουθήσει το ζήτημα του νερού στον κάμπο δεν θα διαφωνήσει ότι ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών ξεπερνάει την φαντασία οποιουδήποτε γραφειοκράτη. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, οι τοπικές Διευθύνσεις Υδάτων, οι τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων, οι ΓΟΕΒ και οι ΤΟΕΒ, οι τοπικοί κοινοτάρχες, τα δασαρχεία, μοιράζουν αρμοδιότητες με ακρίβεια μέτρων σε ποτάμια, αναχώματα και θυροφράγματα. Αυτή η μοιρασιά σε κρίσιμες στιγμές περισσότερο αντικατοπτρίζεται σε αποποίηση ευθυνών παρά σε συνεργασία. Στα πλημμυρικά φαινόμενα του Daniel αυτό επιβεβαιώθηκε με τον πιο παταγώδη τρόπο. Και αφού μάλλον συμφωνούμε σε αυτό, το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος και για ποιόν θα διαχειρίζεται το νερό της Θεσσαλίας. Είναι ένα ερώτημα που τίθεται όχι μόνο στα μέρη μας αλλά σε πολλά σημεία της επικράτειας: από την διαχείριση του νερού του ποταμού Άρδα στον Έβρο μέχρι τις συγχωνεύσεις των εταιρειών ύδρευσης και αποχέτευσης.14 Στο θέμα μας όμως, η πρόταση δημιουργίας μίας ανώνυμης εταιρείας που θα αναλάβει τον έλεγχο ενός κοινωνικού αγαθού κομβικού για τη ζωή στον κάμπο, μόνο επιφυλάξεις και αγωνίες μπορεί να παράξει. Ιδίως όταν οι διαρροές δείχνουν ως πρόεδρο αυτού του νεοσύστατου οργανισμού αυτόν που η εταιρεία του νωρίτερα πρότεινε την ίδρυσή του: τον Μ. Γκουζούρη. Ζούμε στην χώρα των συμπτώσεων;
Ο ΟΔΥΘ
“Το πρώτο που προσπάθησα να καταλάβω είναι γιατί επιλέχθηκε στη μορφή του να είναι ανώνυμη εταιρεία”, αναρωτιέται ο Άρης Τέγος, πολιτικός μηχανικός με επαγγελματική ενασχόληση στους τομείς της τεχνικής υδρολογίας, αντιπλημμυρικών έργων και σχεδίων διαχείρισης πλημμυρών. “Είναι περίεργο αυτό που προβλέπουν στον νόμο. Θα βγάζει κέρδη αλλά δεν θα διανέμει κέρδη. Δεν χρειάζεσαι μία Α.Ε. για τη διαχείριση του νερού γιατί όλες αυτές έχουν αποτύχει. Ακόμα και σε χώρες όπου ιδιωτικοποιήθηκε το νερό, όπως στην Αγγλία, το κράτος δίνει λεφτά τα τελευταία 30 χρόνια για να συντηρηθούν οι υποδομές τους. Οι ιδιωτικοί φορείς θα φύγουν σε λίγο γιατί δεν βγάζουν όσα κέρδη θέλουν. Αυτός ο οργανισμός όσο και να ιδιωτικοποιήσει τις άδειες χρήσης νερού και να αυξήσει την χρέωσή τους είναι πολύ λίγα τα λεφτά. Το να παρουσιάσεις ένα οργανόγραμμα, είναι μία εύκολη τεχνική δουλειά. Ωστόσο αυτό δεν οδηγεί σε καμία πρακτική λύση βελτίωσης της ποιότητας και της ποσότητας του νερού”. Μπορεί τα χρήματα αυτά να είναι λίγα για έναν οργανισμό της μορφής του ΟΔΥΘ, ωστόσο η αύξηση του κόστους χρήσης του νερού έχει πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στην καθεμιά αγροτική οικογένεια ξεχωριστά και στον τρόπο που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα οικονομικά. “Εκεί που πληρώνουν 4 ευρώ για την άρδευση και άλλα 4 ευρώ για τα αποστραγγιστικά, αυτά θα εκτοξευτούν. Και δεν θα είναι βιώσιμα για τους αγρότες”, λέει ο Γιαννακάκης. “Και τότε θα έρθει η HVA και θα σου πει, δεν είναι για σένα βιώσιμο να ποτίζεις γιατί το νερό είναι πολύ ακριβό, αλλά εγώ θα σου νοικιάσω τη γη για 100 χρόνια. Αλλά άλλες είναι οι τιμές που παίρνεις εσύ σαν ιδιώτης, άλλες αυτές που παίρνω εγώ σαν HVA. Και κάπως έτσι θα υπάρξει μία μετατόπιση της χρήσης γης και των ιδιοκτησιών προς ένα άλλο μοντέλο”. Εδώ έρχεται και μία απλοϊκή σκέψη του Τσαντήλα. “Όταν κάπου εμπλέκεται μία ιδιωτική εταιρεία αναζητά να βγάζει χρήματα. Ποιος θα τα δίνει αυτά; Οι άνθρωποι που θα χρησιμοποιούν το νερό. Άρα ο ιδιώτης δεν κάνει αγαθοεργία, βάζει τα χρήματά του γιατί κάποια στιγμή θέλει να τα πάρει πίσω”.
“Όταν πάμε να διαχειριστούμε το νερό για την γεωργία ξεχνάμε τον άλλο βασικό παράγοντα που έχει σχέση με την γεωργία, το έδαφος. Το νερό, αν δεν έχω εξασφαλίσει τον άλλο παράγοντα που λέγεται έδαφος, είναι άχρηστο για την γεωργία. Μπορούμε να φτιάξουμε το καλύτερο δίκτυο, αλλά μη γνωρίζοντας που θα το πάμε βάσει των χαρακτηριστικών που έχει το έδαφος και πώς θα το διαχειριστούμε, δεν κάνουμε τίποτα”, λέει Τσαντήλας. “Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει χωριστά διαχείριση του νερού. Η διαχείρισή του πάει μαζί με την διαχείριση του εδάφους. Στην Αμερική οι δημόσιες εταιρείες λέγονται solid and water conservation”. Στις λεπτομέρειες κρύβεται ο διάολος, λέει η παροιμία και στην περίπτωσή μας μάλλον βρίσκει εφαρμογή. Το νερό μάλλον προσφέρεται για σοβαρότερες μπίζνες.
Το νομοσχέδιο για τον ΟΔΥΘ θα αποκοπεί από το συνολικό master plan της HVA, θα κατατεθεί αυτόνομα για δημόσια διαβούλευση με χρονικό περιθώριο μίας εβδομάδας και θα γίνει νόμος του κράτους. Στο οργανόγραμμά του προβλέπεται με λεπτομέρειες η διοικητική του δομή, οι μισθοί των στελεχών του, μέχρι και τα μπόνους που θα μπορούν να δοθούν στα στελέχη του. Το πιο πιθανόν είναι να αντικαταστήσει γραφειοκρατικά την Διεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αφήνοντας προς στιγμή ανέπαφη την οργανωτική λειτουργία των ΤΟΕΒ.15 Ο ΟΔΥΘ θα διαμορφώνει την τιμολογιακή πολιτική του νερού, θα επιβάλει πρόστιμα στους χρήστες του, θα μεριμνά για την εκπόνηση του Στρατηγικού Σχεδίου Έργων Αντιπλημμυρικής Προστασίας και θα “μπορεί να εισπράττει και από την εκμετάλλευση της περιουσίας του” (χωρίς να διευκρινίζεται ποια θα είναι αυτή).
Ο Αχελώος
Για την Θεσσαλία ο ποταμός Αχελώος είναι ένας μυθικός ποταμός και τα σχέδια εκτροπής του ως ένα γήινος ρεαλισμός. Εδώ και δεκαετίες μία μονοποικιλιακή κυριαρχία στον δημόσιο λόγο, με προνομιακή πρόσβαση σε μέσα ενημέρωσης, συνέδρια και ημερίδες, δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια, παρουσιάζει την εκτροπή του ως τη μόνη λύση για να αντιμετωπιστεί το υδατικό έλλειμμα του κάμπου.16 Η πρόταση της HVA, στον βαθμό που ανακυκλώνει ήδη παγιωμένες πολιτικές απόψεις δεκαετιών για το ζήτημα της διαχείρισης του νερού, το επαναφέρει ως λύση. Μέσα στα χρόνια αλλάζουν μόνο τα κυβικά μέτρα νερού που χρειάζεται ο κάμπος. Από τα 1,2 δισ. κυβικά που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός και βάσει του οποίου έχει κατασκευαστεί η σήραγγα εκτροπής στην Συκιά, μέσα στα χρόνια περάσαμε στα 600 εκ. κυβικά και την “μερική εκτροπή”, πέσαμε στα 250 εκ. κυβικά που προβλέπουν τα αναθεωρημένα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών Δυτικής Ελλάδας και Θεσσαλίας, για να φτάσουμε στην πρόταση της ολλανδικής εταιρείας που αναφέρεται σε 300 εκ. κυβικά νερού. Μισό λεπτό. Δηλαδή όσο περνούν οι δεκαετίες και το υδατικό απόθεμα της Θεσσαλίας χειροτερεύει, μειώνονται τα κυβικά νερού που οι διάφορες μελέτες λένε ότι χρειαζόμαστε από τον Αχελώο; Μου προκύπτει ένα ερώτημα: ξέρουμε πόσο είναι το υδατικό έλλειμμα της Θεσσαλίας; Και με ποιον τρόπο το έχουμε μετρήσει;
“Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε μετρήσεις, δεν ξέρουμε πόσο νερό καταναλώνουμε στην γεωργία. Όλα όσα βλέπετε είναι εκτιμήσεις” με γειώνει γρήγορα από την αρχή ο Κωνσταντίνος Σούλης. Και μάλιστα κάνει και την παρατήρηση ότι “ακόμα και αυτά που διάβασα σε ένα άρθρο που είχατε γράψει, στην πραγματικότητα όλα είναι εκτιμήσεις, δεν υπάρχει μέτρηση της κατανάλωσης”. Αυτή η θέση συνοψίζει το αποτέλεσμα μίας μελέτης που εκπόνησε η ομάδα του πάνω στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης που ολοκληρώθηκε το 2022 και στην επίδραση που είχε αυτό στην κατανάλωση του νερού άρδευσης. Θα μας πει ότι κάποιες δράσεις του προγράμματος είχαν θετική επίδραση, ωστόσο το βασικό θέμα είναι η έλλειψη πραγματικών μετρήσεων.
Μετρήσεις και στοιχεία που λείπουν
Μα οι ΤΟΕΒ δεν έχουν στοιχεία για την κατανάλωση του νερού; “Κάποιοι ΤΟΕΒ μετράνε πόσο νερό στέλνουν προς τα αγροτεμάχια αλλά στην πραγματικότητα αυτή η πληροφορία πάλι δεν είναι πολύ χρήσιμη. Με την έννοια ότι δεν ξέρουν τί ποτίζεται με αυτό το νερό, άρα δεν μπορείς να εκτιμήσεις το πόσο αποδοτικό είναι και να πεις τόσο χρειάζομαι για το κάθε στρέμμα ή την κάθε καλλιέργεια”. Κάποιοι ΤΟΕΒ κρατούν αυτά τα στοιχεία για ένα διάστημα, μετά χάνονται και δεν υπάρχουν κάπου συγκεντρωμένα για να αναλυθούν. Ο ΟΣΔΕ παρέχει μία πληροφόρηση για τα αγροτεμάχια αλλά δεν δίνει μία ακριβή εικόνα για το ποια από αυτά αρδεύονται ή όχι.
Πέρα από τα στοιχεία κατανάλωσης νερού χρειάζεται και ένας ενημερωμένος εδαφολογικός χάρτης. “Είναι πολύ σημαντικό είναι να ξέρω τις ιδιότητες του εδάφους. Στην Ελλάδα υπάρχει ο εδαφολογικός χάρτης που είχε γίνει πριν κάμποσα χρόνια από τον ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά πρακτικά δεν είναι ακόμα πλήρης, δεν έχουμε για όλες τις γεωργικές εκτάσεις. Μετά, δεν υπάρχει κάποιος φορέας που να μπορεί να μας δώσει έγκυρα μετεωρολογικά δεδομένα και με καλή χωρική κάλυψη. Χρειάζεται μεγάλη πυκνότητα σταθμών, να είναι όλοι με επιβεβαιωμένη αξιοπιστία. Επίσης, δεν έχουμε καλή εικόνα των υδρολογικών συνθηκών. Έχουμε τα ποτάμια, τους ταμιευτήρες αλλά δεν υπάρχει συστηματική τους παρακολούθηση. Υπάρχουν κάποιοι φορείς που προσπαθούν, αλλά δεν έχουμε πλήρη εικόνα. Χρειάζονται πολλούς πόρους. Στην πραγματικότητα έχουμε τόσες πολλές αβεβαιότητες που όταν πάμε να βγάλουμε το συμπέρασμα έχουμε πάρα πολλά κενά σημεία. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα”, συμπληρώνει ο Σούλης.
Στο master plan αναφέρεται ότι στην Θεσσαλία υπάρχουν περίπου 33.000 γεωτρήσεις. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση της υπολογίζει στις 38-40.000. Το 2023 η Ελληνική Αρχή Γεωολογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ) πραγματοποίησε μία καταγραφή τους για λογαριασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος. Ο επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος και διευθυντής Υδατικών Πόρων και Γεωθερμίας του ΕΑΓΜΕ Παναγιώτης Σαμπατακάκης αναφέρει ότι τελικά ήταν πολύ λιγότερες απ’ όσες πίστευαν οι αρχές: 21.894 με τον μέσο όρο των απολήψεων υπόγειων νερών να φτάνει στα 990 εκ. κυβικά. Η μείωση των ποσοτήτων άντλησης προφανώς έχει να κάνει και με την μείωση των υδάτινων αποθεμάτων στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα και την αύξηση του ενεργειακού κόστους που είναι συνακόλουθο της ανάγκης οι γεωτρήσεις να φτάνουν σε πολύ μεγαλύτερο βάθος για να βρουν νερό. Ο Σαμπατακάκης, σε μία συνέντευξή του στην Καθημερινή, με αφορμή τα αποτελέσματα εκείνης της καταγραφής θα υποστηρίξει πως “τα νέα στοιχεία μας δείχνουν ότι αθροίζοντας τις ανάγκες, η Θεσσαλία μπορεί να αντεπεξέλθει με μια σειρά από μικρούς και μεσαίους ταμιευτήρες. Πρόκειται για φθηνά έργα, εύκολα διαχειρίσιμα, τα οποία μπορούν να παραλαμβάνουν και τα πλημμυρικά νερά, επομένως να λειτουργούν ως αντιπλημμυρικά. Δεν χρειάζονται μεγάλα έργα με σημαντικό αποτύπωμα στο περιβάλλον, όπως η εκτροπή του Αχελώου”.17 Στην συζήτηση που έχω με τον Άρη Τέγο θα μου μιλήσει σε μία ανύποπτη στιγμή για σημεία κατασκευής τέτοιων μικρών και μεσαίων ταμιευτήρων που ο ίδιος έχει εντοπίσει με την έρευνά του. Μου αναφέρει για δύο σημεία, στην Δαφνοσπηλιά και στην θέση του “Αντάρτη”, λίγο πάνω από το Καλλίθηρο. “Είναι δύο θέσεις ταμίευσης 40 εκ. κυβικών το καθένα τον χρόνο. Μπορείς να φτιάξεις δύο μικρά φράγματα και σε άλλες θέσεις και τα 250 εκ. κυβικά που ζητάς από τον Αχελώο να τα βρεις έτσι. Και να λειτουργούν και σαν αντιπλημμυρικά”.
Ο Τέγος είναι από τους ανθρώπους που θεωρεί αναγκαία την εκτροπή του Αχελώου, από τεχνικής απόψεως όπως μου λέει. Παρακολουθώ την σκέψη του. “Ο τρόπος που υλοποιείται στην Θεσσαλία το ζήτημα της εκτροπής δεν με απασχολεί. Χρειάζονται συνδυασμένες λύσεις μεταξύ των οποίων είναι και αυτή. Και θα συνεκτιμηθεί. Δεν είναι το ιερό δισκοπότηρο. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα ταπείνωσης του υδροφόρου ορίζοντα, 400-500 μέτρων, με υφαλμύρωση σε μία περιοχή που δεν έχει καμία σχέση με αυτήν όπου θα εκτρέψουμε το νερό του Αχελώου. Αυτές οι περιοχές είναι άσχετες μεταξύ τους για να πεις ότι θα κλείσει το ισοζύγιο της Θεσσαλίας. Ας εκτρέψουμε 250 και 600 εκατομμύρια κυβικά. Δεν θα δούμε σε λίγα χρόνια τον υπόγειο υδροφορέα να ανεβαίνει. Κάποιοι το απλοποιούν. Και αυτό είναι προβληματικό γιατί το κάνουν εδώ και 30 χρόνια. Δεν ξέρουμε το ισοζύγιο. Είναι ένα δύσκολο ερώτημα που κάθε χρόνο εξαρτάται από τις καλλιέργειες, τις μετεωρολογικές συνθήκες. Αφού φτιάξουμε ένα σχέδιο συνδυαστικό, ολιστικό και το μελετήσουμε, μετά από 8-10 χρόνια θα δούμε τί μας λείπει. Και αυτό που μας λείπει να το φέρουμε από τον Αχελώο. Δεν έχουμε άλλη λύση”.
Τελικά ποιοι συνέταξαν αυτό το master plan;
Ενώ μέχρι τώρα έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια σας σχεδόν 7.500 λέξεις για να εκτεθούν σκέψεις και επιφυλάξεις γύρω από το σχέδιο της ολλανδικής εταιρείας HVA International για την Θεσσαλία, εξακολουθεί να υπάρχει ένα βασικό θολό σημείο. Δεν έχουμε καμία πληροφορία για την επιστημονική ομάδα που δούλεψε και συνέταξε αυτό το σχέδιο. Στην εξέλιξη αυτής της έρευνας πέτυχα πολλές φορές τον εαυτό μου να κάνει τον Σέρλοκ Χολμς προκειμένου να βρεθούν κάποια στοιχεία γι΄αυτούς τους ανθρώπους. Μία αφηρημένη αναφορά στον αριθμό των ατόμων της ομάδας σε ένα δημοσίευμα εφημερίδας, ένας από τους ανθρώπους που συναντήσαμε στην έρευνά μας και είχε συμμετάσχει σε μία από κοινού σύσκεψη Ελλήνων και Ολλανδών επιστημόνων, κάποιες σκόρπιες φωτογραφίες στους λογαριασμούς social media του πρώην Περιφερειάρχη Κ. Αγοραστού, από αυτές που το στήσιμό τους παράγει περισσότερο εικόνα, παρά ουσία. Σκόρπια κομμάτια ενός παζλ το οποίο ποτέ δεν συμπληρώθηκε. Δεν είχα ιδιαίτερη περιέργεια για τις φάτσες τους, όσο για τα βιογραφικά και την εμπειρία που κουβαλούσαν και τα οποία παρήγαγαν ένα master plan το οποίο επανακαθορίζει κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις σε έναν τόπο.
Ο Άρης Τέγος μου λέει ότι “στις τεχνικές δουλειές θα έπρεπε αυτά να τα έχουμε ληγμένα, δηλαδή το ποιος εργάζεται. Μπορώ να σου φέρω άπειρα παραδείγματα ότι τα ονόματα των μελετητών δεν κρύβονται ποτέ. Το καλοκαίρι διάβαζα ότι πολλοί φορείς στην Αμερική θέλησαν να αναθεωρήσουν έναν κανονισμό ασφαλείας των φραγμάτων, την πιθανή μέγιστη πλημμύρα. Μαζεύτηκαν 150 επιστήμονες και συνέταξαν ένα κείμενο 300 σελίδων που αναθεωρεί έναν τεχνικό κανονισμό. Στην τρίτη σελίδα της έκθεσης είναι όλα τα ονόματά τους. Αυτό είναι ένα τεχνικό θέμα, ότι πρέπει να ξέρεις ποιος αναθεώρησε τον κανονισμό”.
Ο Χρήστος Τσαντήλας, ένας άνθρωπος που όση ώρα μιλάμε στο τηλέφωνο μου ακούγεται τεκμηριωμένος στα λόγια του και παθιασμένος με το αντικείμενό του, μου βγάζει μία αίσθηση πικρίας όταν η συζήτηση πηγαίνει στην ομάδα των Ολλανδών. “Το έχω δει το σχέδιο λέξη προς λέξη, όσον αφορά το αντικείμενό μου. Έχω κάνει σχόλια στην διαβούλευση και έχω δώσει στους μελετητές συγκεκριμένα στοιχεία όσον αφορά την περιοχή μας. Με ονόματα και διευθύνσεις. Δεν υπήρξε καμία διάθεση να τα ανοίξουν καν. Σε μία συνέντευξη του ο διευθύνων σύμβουλος μιλούσε για ερευνητές που τους έκαναν κάποια κριτική, βάζοντας την λέξη ερευνητές σε εισαγωγικά. Ένιωσα μία διάθεση υποβάθμισης των σχολίων που τους έχουν γίνει. Αισθάνθηκα και πάλι ντροπή. Σε μερικά σημεία οι θέσεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν είναι εντελώς αδόκιμες”.
Αυτό το τελευταίο είναι κάτι που διαπίστωσα και εγώ διαβάζοντας το master plan. Υπάρχουν σημεία στα οποία η γλώσσα που χρησιμοποιείται στερείται της επιστημονικής ορολογίας που ίσως θα περίμενα και παραπέμπει σε χαρακτηρισμούς που φέρουν ιδεολογικούς συμβολισμούς που έχουν αναδυθεί μέσα από κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Για παράδειγμα, στην αναφορά στο έργο της εκτροπής του Αχελώου, οι άνθρωποι που αντιστέκονται σε αυτό εδώ και δεκαετίες χαρακτηρίζονται περιπαικτικά ως “οι ιδιοκτήτες του νερού”, και ως λόγος των αντιδράσεών τους καταγράφεται το “ότι δεν έχουν λάβει καμία αποζημίωση ή αντισταθμιστικά μέτρα, παρά το γεγονός ότι δεν επηρεάζονται άμεσα από τη μεταφορά νερού μεταξύ λεκανών απορροής. Αντιθέτως, (λένε) όλα τα οφέλη έχουν κατευθυνθεί προς τους πολίτες της λεκάνης Πηνειού”. Το σταθερό σύνθημα του Συνδέσμου Κατακλυζομένων Μεσοχώρας “Ο Αχελώος” εδώ και 37 χρόνια, από εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό του 1987 όταν χτύπησε η καμπάνα του χωριού και καλέστηκε η πρώτη συνέλευση κατοίκων, είναι “Όχι στον αφανισμό της Μεσοχώρας, όχι στην καταστροφή του Αχελώου”. Τελεία.
Οι, ιδεολογικά φορτισμένες, αναφορές δεν με εξέπληξαν. Συγκράτησα στη συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Σούλη μία φράση του, “αυτό που είμαι σίγουρος είναι ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα κάποιος να κατάφερε να κάνει ένα σχέδιο τόσο γρήγορα και χωρίς να έχει κάνει πολύ μεγάλη προσπάθεια για να αντιμετωπίσει αυτές τις αβεβαιότητες”. Οι αβεβαιότητες στις οποίες αναφερόταν είναι αυτές που παρουσίασα παραπάνω, για την απουσία βασικών επιστημονικών δεδομένων που θα βοηθούσαν στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και κατευθυντήριων γραμμών. Προεκτείνοντας την σκέψη του, σκέφτηκα με τη σειρά μου ότι ένα τόσο γρήγορο σχέδιο αυτό που θα μπορούσε να κάνει και να είναι ειλικρινές ως προς αυτόν που το παρήγγειλε, το ελληνικό κράτος, είναι να αναπαράγει τις απόψεις που έχει αυτό για τα πράγματα γύρω του.
Μαζί με λίγη από την νεοφιλελεύθερη αμετροέπεια που μπορεί να κουβαλάει μία εταιρεία με αποικιακό παρελθόν και μεταποικιακό παρόν. Δεν βρήκα άλλον τρόπο για να εξηγήσω την παραπομπή σε φράση της Θάτσερ για να υποστηριχθεί η ανάγκη θυσιών από μεριάς κατοίκων της Θεσσαλίας προκειμένου να δοθεί χώρος στα ποτάμια. Τα ιδεολογικά συμφραζόμενα του θατσερισμού είναι πολύ πιθανόν να δημιουργούν ένα κλίμα οικειότητας στα αφεντικά της HVA για να επεκτείνει και να διαφυλάξει τα υλικά της συμφέροντα: ελεύθερη αγορά, ιδιωτικοποιήσεις, εργατικές πειθαρχήσεις. Και ίσως γι’ αυτό σε ένα άλλο σημείο του σχεδίου τους απασχολούν οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Θεωρούν ότι το “άγχος της έλλειψης νερού” και οι καταστροφές που προκλήθηκαν στην Θεσσαλία από τα δύο πλημμυρικά φαινόμενα μέσα σε 3 χρόνια μπορούν να μετατρέψουν τα παράπονα των αγροτών σε εξέγερση, και προτείνουν μία σειρά μέτρων προληπτικής προσέγγισης. Αμφιβάλλω αν κάποιος από αυτούς που συναντήθηκαν στην Θεσσαλία τους διηγήθηκε την ιστορία του Μαρίνου Αντύπα. Να, ένα χρήσιμο κενό. Μήπως να οργανωθούμε και να τους την διηγηθούμε εμείς αυτήν την ιστορία;
Διαβάστε
David Blanchon, Γεωπολιτική του νερού. Μεταξύ συγκρούσεων και συνεργασίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Μάρτιος 2024.
Sven Beckert, Η αυτοκρατορία του βαμβακιού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Μάρτιος 2022.
1 Διαβάστε και μία ανάλυση του διευθυντή της ΕΜΥ Θ. Κολυδά, τον Σεπτέμβριο του 2023, ο οποίος αναφέρεται επίσης στην απουσία ενός εθνικού μοντέλου έγκαιρης προειδοποίησης και πρόγνωσης πλημμυρικών φαινομένων. H ΕΜΥ αξιοποιεί στοιχεία από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό σύστημα (EFAS) το οποίο όμως δεν μπορεί να εμπεριέχει τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας. Πλημμύρες. Επιστημονικά εργαλεία και ανασύνταξη φορέων σε συστήματα υδρολογικού κινδύνου. Η περίπτωση του EFAS, 8/9/2023, ανάκτηση από kolydas.eu
2 HVA: Η ολλανδική εταιρεία που θέλει να επενδύσει 1 δισ. στη Θεσσαλία – Τι πρέπει να παράγει, Μάκης Αποστόλου, 22/4/2024, ανάκτηση από www.moneyreview.gr
3 Οι περισσότεροι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (ΟΕΒ) στην Θεσσαλία ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν είναι τα αυξημένα ενεργειακά χρέη προς την ΔΕΗ και την αδυναμία αποπληρωμής τους. Βάσει του νόμου για τον ΟΔΥΘ (βλ. και παρακάτω), οι ΟΕΒ θα υπαχθούν στον νέο ιδιωτικό οργανισμό και το κράτος θα αναλάβει τώρα να αποπληρώσει το 75% τους χρέους τους (8 εκ. ευρώ). Και γιατί τόσο καιρό τώρα δεν το έκανε;
4 . Αριστοτέλης Γαλάνης, Η μελέτη της εταιρίας Boot επί των υδραυλικών έργων πεδιάδος Θεσσαλίας-Βοιωτικού Κηφισσού και Άρτας-Λούρου, Τεχνικά Χρονικά, τ.40, έτος B’/IV1933, TEE, σελ. 801.
5 Η αποκατάσταση σημαντικών ποτάμιων συστημάτων της Ευρώπης μειώνει τις επιπτώσεις από πλημμύρες και ξηρασίες, 3/7/2024, ανάκτηση από wwf.gr
6 Τί και “τις πταίει” για τις βιβλικές καταστροφές των χειμάρρων στην Καρδίτσα και στο Μουζάκι, Ηλίας Αθ. Ζαλαβράς, 18/9/2023, ανάκτηση από dasarxeio.com
7 Ένα από τα σχόλια που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση του master plan προέρχεται από μία ομάδα 15 καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Αντωνιάδης Β., Γιαννούλης Κ., Δαναλάτος Ν., Ζάρπας Κ., Καβαλάρης Χρ., Κατσούλας Ν., Κυπαρίσης Ά., Λεβίζου Έ., Λύκας Χρ, Μπαρτζιάλης Δ., Νάκας Χρ., Νάνος Γ., Παυλή Ουρ., Πετούμενου Δ., Πετρόπουλος Σπ.). Εκεί αναφέρουν ότι το συμπέρασμα ότι το βαμβάκι καταναλώνει το 50% του αρδευτικού νερού στη Θεσσαλία είναι ατεκμηρίωτο και ελέγχεται ως απαράδεκτο λάθος που προδίδει επιπόλαιη και επιφανειακή προσέγγιση. Εάν 860.000 στρέμματα βαμβακιού καταναλώνουν 750 εκ. κυβικά νερού, όπως αναφέρεται στην μελέτη, αυτό σημαίνει ότι το βαμβάκι δέχεται 872mm νερού ανά στρέμμα.
8 “Τα κηπευτικά φαίνεται να καταναλώνουν 370 mm/στρ, δηλαδή λίγο λιγότερο νερό από το βαμβάκι. Προφανώς και το στοιχείο αυτό ελέγχεται διότι είναι κοινή γνώση ότι τα κηπευτικά απαιτούν μεγαλύτερα ποσά νερού άρδευσης από το βαμβάκι στη Θεσσαλία”. Σχόλιο από την ίδια ομάδα καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, βλ. και υποσημείωση 7.
9 Τα στοιχεία προέρχονται από την ΕΛΣΤΑΤ και δημοσιεύτηκαν από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής, Διακίνησης Φρούτων, Λαχανικών και Χυμών, Incofruit-Hellas.
10 Αυτού του είδους οι δεντροκαλλιέργειες δεν είναι κατάλληλες για πλημμυρικά πεδία. Στις παρακάρλιες περιοχές καταστράφηκαν εντελώς μετά το πέρασμα του Daniel.
11 Global Land Grabbing: A Critical Review of Case Studies across the World, Jun He, Μάρτιος 2021, ανάκτηση από www.mdpi.com.
12 . The Concession Model in Southeast Asia: Coming Full Circle?, Philip Hirsch, Μάρτιος 2022, ανάκτηση από το www.wrm.org. Το Παγκόσμιο Κίνημα για τα Τροπικά Δάση (WRM) είναι μία πρωτοβουλία που καταγράφει τους αγώνες των αυτόχθονων κοινοτήτων και των λαών του παγκόσμιου νότου που ζουν μέσα από και με το δάσος.
13 Νερό χαμένο στην μετάφραση. Το υδατικό ζήτημα του θεσσαλικού κάμπου, Εραστές των Αγράφων, τεύχος 7, καλοκαίρι 2023.
14 Ποιος θα διαχειριστεί το νερό που λιγοστεύει;, Τάσος Τέλλογλου, 29/10/2024, ανάκτηση από insidestory.gr
15 Σε κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν επτά ΤΟΕΒ της Θεσσαλίας (Ταυρωπού, Θεσσαλιώτιδος, Σελλάνων, Πηνειού, Ζάρκου, Τιτανίου και Ενιπέα) αντιδρούν στην κατάργηση και την υπαγωγή τους στον ΟΔΥΘ. Αναφέρουν ότι σε μία τέτοια περίπτωση κινδυνεύουν τα έργα αναβάθμισης των δικτύων τους που βρίσκονται σε εξέλιξη και προτείνουν μέχρι να συγκροτηθεί και να αρχίσει τη λειτουργία του ο ΟΔΥΘ να παραμείνουν ως θεσμός. “Σοβαρό λάθος” η κατάργηση των ΤΟΕΒ στη Θεσσαλία με τον ΟΔΥΘ Α.Ε, Νέος Αγών, 25/4/2024.
16 Το master plan της HVA αναφέρει ότι οι ανάγκες άρδευσης του κάμπου ανέρχονται σε 1,5 δισ. κ.μ. νερού και ότι αυτή η ποσότητα θα πρέπει να περιοριστεί στο ήμισυ. Από τα Τέμπη βέβαια, εκρέουν και χάνονται στο Αιγαίο κατά μέσο όρο κάθε έτος περίπου 2,5 δισ. κ.μ. νερού.
17 Ο κάμπος σπαταλά λιγότερο νερό, Γιώργος Λιάλιος, Καθημερινή, 27/2/2023.

