• Πώς μάθαμε να μισούμε τις ανεμογεννήτριες. Η εξέλιξη των ΑΠΕ από μία οικολογική ουτοπία σε ένα «τοπίο υφαρπαγής».

    Συχνά αναρωτιέμαι σχετικά με το ερώτημα που τίθεται στην αρθρογραφία για τις ανεμογεννήτριες. Πώς ένα φιλοπεριβαλλοντικό μέσο αντιμετωπίζει έντονες αντιδράσεις για τις επιπτώσεις του στο φυσικό περιβάλλον και στο τοπίο; Έχοντας μία εξοικείωση, από νωρίς, με τις μορφές παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αλλά και βιώνοντας παράλληλα τις επιπτώσεις της ανάπτυξης των ΑΠΕ, προσπαθώ να ακολουθήσω τις μεταλλάξεις στην αντίληψη των τοπίων που αυτές διαμορφώνουν. Σε αυτήν την πορεία θα ακολουθήσω την εξέλιξη των ΑΠΕ από μια οικολογική ουτοπία σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Και θα μιλήσω για το πως οι διαδικασίες παραγωγής των τοπίων γύρω μας σχετίζονται με τον τρόπο που τα αντιλαμβανόμαστε και την σημασία που τους προσδίδουμε.

    Πριν ξεκινήσουμε αυτήν τη διαδρομή θα μιλήσουμε για το τί είδους τοπία είναι αυτά που διαμορφώνονται από τα έργα ΑΠΕ. Οι Antrop, M., και Van Eetvelde, V. (2017) διακρίνουν τα τοπία σε παραδοσιακά και νέα, για να αποδώσουν τη διαφορετική στάση των ανθρώπων απέναντι σε αυτά. Στα παραδοσιακά τοπία είναι κυρίαρχο το στοιχείο της σταθερότητας και της διατήρησης των χαρακτηριστικών τους, κάτι που γινόταν αντιληπτό ως κληροδότημα στην επόμενη γενιά. Ωστόσο, το τοπίο σήμερα αλλάζει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου. Στα νέα τοπία, λοιπόν, οι αλλαγές και η μεταβλητότητα είναι ο κανόνας, με τη χρησιμότητά τους να αποκτά κυρίαρχη σημασία, κάνοντας τα τοπία τρόπον τινά αναλώσιμα, κάτι που μπορεί να ξαναφτιαχτεί.

    Πώς όμως ο άνθρωπος βίωσε αυτήν την αλλαγή από τα παραδοσιακά στα νέα τοπία και τί σημασία τους προσέδωσε; Πότε ξεκίνησε να προσδίδει αξία στα παραδοσιακά τοπία;

    Ο Μαγιακόφσκι το 1920 κατά το ταξίδι του στην Αμερική περιγράφει το Αμερικάνικο αστικό τοπίο μέσα από την κριτική ματιά του ταγμένου κομμουνιστή ποιητή. Η έλξη του όμως για τον ξέφρενο ρυθμό των αμερικανικών μητροπόλεων, της φωταψίας, της ανοικοδόμησης, της τεχνικής του ατσαλιού, των χιλιόμετρων των δρόμων, του πλήθους των αυτοκινήτων κ.τ.λ. είναι παρούσα σε όλο του το έργο. Στο Σικάγο, που το θεωρεί ως την δεύτερη πρωτεύουσα της Αμερικής μετά την Νέα Υόρκη, αφιερώνει το 1920 το ποίημα «150.000.000».

    «Όταν η πλάση / μεσ’ απ’ τα τόσα κομμάτια της / έφκιασε το κουιντέτο της με τις ήπειρες / έδοσε στην Αμερική / μια δύναμη μαγική. / Το Σικάγο πάνω τη / Στέκει βιδωμένο με μια βίδα / Κι είναι μια πόλη / ηλεκτροδυναμομηχανική! / Στο Σικάγο / δεκατέσσερες χιλιάδες δρόμοι / ήλιοι που φωτάνε τις πλατείες. / Κι ο κάθε δρόμος έχει / άλλα εφτακόσια δρομάκα / μ’ένα μάκρος, που για να το περάσεις / ένα χρόνο το τρένο θα τρέχει / Νιώθει παράξενα κανένας / Εδώ στο Σικάγο!..»1

    Στις αρχές του 20ου αιώνα τα νέα τοπία γοήτευαν τους τολμηρούς, έδιναν τροφή στους οραματιστές, αποτελούσαν το απαγορευμένο όριο που ζητούσαν να ξεπεράσουν οι εργάτες που τα φτιάξανε. Οι φουτουριστές, οι μοντερνιστές, οι κομμουνιστές, οι σοσιαλιστές έβλεπαν σε αυτά την τεχνολογία, την πρόοδο και την ευημερία, ο καθένας μέσα από το δικό του πρίσμα. Στα τοπία του μέλλοντος οι άνθρωποι ήταν «απελευθερωμένοι» από τα περιοριστικά δεσμά της φύσης, αλλά την επέλεγαν ως επισκέπτες για αναψυχή. Στην απεικόνισή τους, οι υποδομές ορθώνονταν ψηλά από το έδαφος, ή ακόμα τα δίκτυα μεταφορών κρεμόντουσαν στον αέρα, διαχωρίζοντας την κίνηση του ανθρώπου από το έδαφος και το βασίλειο της φύσης.

    Σύμφωνα πάλι με τους Antrop, M., & Van Eetvelde, V. (2017), στα παραδοσιακά τοπία τα διάφορα ανθρωπογενή στοιχεία, όπως τα δίκτυα των δρόμων, τα όρια των χωραφιών κ.τ.λ., εντάσσονται στη γενικότερη δομή των φυσικών στοιχείων του τοπίου, όπως τα ρέματα και οι κλίσεις. Αντιθέτως, στα νέα σύγχρονα τοπία, τα δίκτυα και οι υποδομές είτε υπερυψώνονται και ανεξαρτητοποιούνται από τη δομή των υπόλοιπων στοιχείων, είτε φέρνουν τα στοιχεία αυτά στα μέτρα τους, τα διαπερνούν, τα κόβουν, τα επανασχεδιάζουν. Έτσι, δρόμοι, γέφυρες, κανάλια, τούνελ, φράγματα, πυλώνες ηλεκτρισμού, κ.α. διαμορφώνουν μια νέα (υπερ)δομή ανατρέποντας με αυτόν τον τρόπο τη συνοχή που χαρακτηρίζει τα παραδοσιακά τοπία.

    Η αντίληψη των νέων αυτών τοπίων δεν ήταν πάντα σταθερή, αλλά άλλαζε μέσα στο χρόνο. Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη και την καταστροφή που έφερε στις πόλεις, την αστικοποίηση που ακολούθησε και τον εκμοντερνισμό που έφερε την τεχνολογία σε κάθε σπίτι, τα νέα τοπία ταυτίστηκαν με την πρόοδο αλλά και τις κοινωνικές παροχές. Νέες πόλεις και νέα κτίρια ήρθαν να στεγάσουν το πληθυσμό, νέοι δρόμοι, νέα δίκτυα να διευκολύνουν τη συνδεσιμότητα. Η εικόνα των υποδομών ηλεκτρισμού και των δρόμων που φτάνουν στα χωριά βγάζοντας τα από την απομόνωση – μία γνώριμη εικόνα στις προηγούμενες γενιές – σήμαινε την ένταξή τους σε κάτι μεγαλύτερο, τη σύνδεσή τους με τον κόσμο. Ταυτόχρονα, νέες μονάδες εργοστασίων υπόσχονταν απασχόληση για περισσότερους από τους νέους κατοίκους των πόλεων.

    Αυτή η αντίληψη άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με την πετρελαϊκή κρίση. Διάφορες περιβαλλοντικές καταστροφές και η άνοδος ενός οικολογικού κινήματος έθεσε νέους προβληματισμούς γύρω από τα όρια της ανάπτυξης και τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον και στην υγεία. Ιδιαίτερα ενεργό υπήρξε το κίνημα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια που έβαζε στη συζήτηση την έννοια της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης καθώς ο ανεπτυγμένος κόσμος αναπτυσσόταν μολύνοντας τον αναπτυσσόμενο. Τα εργοστάσια και οι αυτοκινητόδρομοι σταδιακά μετατράπηκαν σε τοπία που συνδέθηκαν με τη μόλυνση και τη ρύπανση.

    Στο πλαίσιο αυτού του κινήματος αναδύθηκε η ιδέα για εναλλακτικές μορφές ενέργειας ενάντια στην ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα, πετρέλαιο και πυρηνικά. Αυτές οι ιδέες συνδέθηκαν άμεσα με τις έννοιες της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, των οικοκοινοτήτων, της επιστροφής στη φύση, του ακτιβισμού και της υποκουλτούρας. Οι διάφορες εναλλακτικές μορφές ενέργειας ενσωματώνονταν σε μία λογική αυτονομίας από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής στις πόλεις, φέρνοντας την παραγωγή ενέργειας κοντά στον καταναλωτή. Έτσι, μαζί με την απομάκρυνση από τα αυτοκίνητα και την πόλη, ερχόταν η ιδέα για εναλλακτικούς τρόπους να θερμάνεις το σπίτι σου αξιοποιώντας την ηλιακή ενέργεια, να ζεστάνεις το νερό με ηλιακούς θερμοσίφωνες και να μαγειρέψεις με ηλιακούς φούρνους, αλλά και μεγαλύτερης κλίμακας κατασκευές, όπως ηλιοθερμικά πάρκα, που προωθούσαν διάφοροι ερευνητικοί οργανισμοί. Τα νέα τοπία αποτελούνταν από ένα συνδυασμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, λαχανόκηπων και φύσης γύρω από την κλίμακα της κατοικίας με επίκεντρο τις ανάγκες του κατοίκου ή της κοινότητας. Διαμόρφωναν μία εικόνα απελευθέρωσης από τις ρυπογόνες μορφές ενέργειας αλλά και απεξάρτησης από το σύστημα παραγωγής-κατανάλωσης που επικρατούσε. Energies Libres!, La Face Cachee du Soleil και άλλα περιοδικά έφερναν την τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μαζί με τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική στα χέρια επίδοξων οικολόγων που έπαιρναν τα βουνά στη Γαλλία.

    Στην Ελλάδα, το περιοδικό Οικολογία και Περιβάλλον σε αφιέρωμα την άνοιξη του 1983 μιλούσε για τις «ήπιες μορφές ενέργειας» παρουσιάζοντας στο Ελληνικό κοινό εικόνες των ανεμογεννητριών κυρίως από το εξωτερικό, αλλά και τους πρώτους Έλληνες κατασκευαστές. Ήδη, ένα κεντρικό ζήτημα που έθετε το περιοδικό ήταν ο «αγώνας δρόμου» ώστε οι ανανεώσιμες πηγές να μπορέσουν να συναγωνιστούν στη σχέση κόστους-ωφέλειας τις συμβατικές πηγές. Παρότι οι εικόνες που συνοδεύουν τα άρθρα συνδυάζουν τις νέες μορφές ΑΠΕ με τους αντλητικούς ανεμόμυλους του οροπεδίου Λασιθίου, η προσπάθεια για στροφή σε μεγαλύτερες μονάδες και η απομάκρυνση από το μοντέλο της αυτονομίας και της κοινότητας είναι έκδηλη. Ακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις, έγραφε για το έντονο ενδιαφέρον των κρατικών μηχανισμών εκείνη την εποχή σε Ευρώπη και ΗΠΑ για την προώθηση της αιολικής ενέργειας όπως αποτυπωνόταν κυρίως σε οικονομικά κίνητρα για την αγορά. Ήδη κάποιοι αρθρογράφοι διέβλεπαν τα προβλήματα της επιχειρηματικής λογικής στις ΑΠΕ καταλήγοντας ωστόσο ότι «η αιολική ενέργεια…παραμένει αδιαμφισβήτητο πως σε σχέση με τους πυρηνικούς αντιδραστήρες, το πετρέλαιο και τον άνθρακα, υπόσχεται πολύ περισσότερα για την ειρήνη και την ευημερία της ανθρωπότητας». Απαραίτητο συνοδευτικό αυτής της διατύπωσης είναι η εικόνα του εξωφύλλου με τον ήλιο να ξεπροβάλει ανάμεσα από μαύρα (από τη ρύπανση;) σύννεφα.

    Τα νέα αυτά τοπία ενέργειας άργησαν να διαμορφωθούν στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα καθυστέρησης στην εισαγωγή της τεχνολογίας και στη σχετική νομοθεσία που θα διευκόλυνε την ανάπτυξή τους. Η Αγγελοπούλου Β. στη διατριβή της2 διακρίνει τρεις περιόδους ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα: από το 1950 ως το 1970 που άρχισαν να κυκλοφορούν οι ιδέες για τις ΑΠΕ, την περίοδο από το 1970 μέχρι το 1990 – μία περίοδος πειραματισμού με κεντρικό ρόλο της ΔΕΗ και διαφόρων ερευνητικών κέντρων, και την περίοδο από το 1990 μέχρι το 2013 που ολοκληρώνεται η μελέτη για την ανάπτυξη των αιολικών συστημάτων και των ΑΠΕ από ιδιωτικούς επενδυτικούς ομίλους, με στόχο την μεγαλύτερη δυνατή παραγωγή ενέργειας. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε άλλη μία φάση, από το 2017 και μέχρι σήμερα, με την επιτάχυνση της «απελευθέρωσης» της αγοράς ενέργειας. Μιλώντας για «…“εκ φύσεως πολιτικές τεχνολογίες” που είναι συμβατές με συγκεκριμένα είδη ανθρώπινων σχέσεων-διαχείρισης» η ερευνήτρια αναδεικνύει τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα και πώς οι ίδιες διαμόρφωσαν και την αντίληψη γι’ αυτές.

    Μέσα από αυτήν τη διαδρομή μπορούμε να συναντήσουμε και παραδείγματα ανάπτυξης ΑΠΕ σε τοπικό επίπεδο με στόχο την ενεργειακή αυτονομία. Τα περισσότερα από αυτά αφορούν νησιά, καθώς η εξάρτησή τους από τους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς πετρελαίου και το υψηλό κόστος παραγωγής οδήγησε από νωρίς στην αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων κάλυψης των ενεργειακών αναγκών τους (Κύθνος, Σκύρος, Χίος, Ικαρία, κ.α.). Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις όπου υπήρχε διαχειριστική εμπλοκή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ανάβρας, μίας ορεινής κοινότητας της Θεσσαλίας, όπου το 2006 ολοκληρώθηκε η κατασκευή αιολικού πάρκου και αναδείχθηκε σε πρότυπο ανάπτυξης του ορεινού χώρου από πλήθος δημοσιευμάτων. Η ανάπτυξη της κοινότητας και το σύνολο των έργων και προγραμμάτων (κτηνοτροφικά πάρκα, κοινωνικές υποδομές, κ.α.) που ακολούθησαν, συνδέθηκαν με το αιολικό πάρκο, παρότι αφορούσαν ξεχωριστές περιπτώσεις και οι 20 ανεμογεννήτριες, συνολικής ισχύος 17,5 ΜW, θεωρήθηκαν ο κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης που «έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά ετήσια κέρδη (της τάξης 60.000 με 100.000 € το χρόνο)». Το νέο αυτό τοπίο αποτέλεσε σύμβολο μιας αυτόνομης ανάπτυξης για τους ΟΤΑ και μάλιστα συμπεριλήφθηκε στον Άτλαντα των ελληνικών τοπίων 3 ως ένα θετικό παράδειγμα τοπικής ανάπτυξης.

    Εκείνη την περίοδο, το περιβάλλον και η προστασία του αποτελεί ζήτημα ευρύτερης αποδοχής και οι εικόνες των ΑΠΕ φιγουράρουν στις διαφημίσεις ως το νέο τοπίο του αύριο. Είναι ταυτόχρονα όμως και η περίοδος – μετά το 1999 – που το νομοθετικό πλαίσιο μεταρρυθμίζεται για να διευκολύνει την εγκατάσταση των ΑΠΕ, αλλά των οικονομικών κινήτρων που θεσπίζονται. Ένας από αυτούς τους νόμους (Ν.3468/2006) έδινε υψηλές, εγγυημένες – και θεσπισμένες – τιμές πώλησης feed-in-tariff, και παράλληλα με τις ενισχύσεις που έδινε ο Αναπτυξιακός Ν 3299/04, που κάλυπτε ως και το 40% της συνολικής επένδυσης, συνέτεινε στη δημιουργία ενός ακραία ελκυστικού πακέτου ανάπτυξης επενδύσεων ΑΠΕ.

    Αυτή η παράμετρος, σε συνδυασμό με την σταδιακή απαξίωση κομματιών της αγροτικής γης, οδήγησε σε μεγάλη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών καθώς αποτέλεσε ένα εγγυημένο εισόδημα για τους επενδυτές με ελάχιστο ρίσκο. Ιδιαίτερα τα μικρά φωτοβολταϊκά (<1MW), για τα οποία δεν απαιτούνταν διαδικασίες αδειοδότησης, αποτέλεσαν μία λύση για τους αγρότες που είτε στράφηκαν οι ίδιοι στην επένδυση, είτε νοίκιασαν τη γη τους σε επενδυτές. Σε κάθε περίπτωση, τα φωτοβολταϊκά που άρχισαν να ξεφυτρώνουν στους κάμπους διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο, το οποίο στα μάτια των αγροτών συμπλήρωνε την πολυλειτουργικότητα του αγροτικού κόσμου. Εκείνοι που βίωναν τις αλλαγές στα τοπία, ήταν οι ίδιοι που καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό αυτές τις αλλαγές.

    Στον τομέα των αιολικών πάρκων υπήρξε μία σειρά νόμων που ευνοούσαν την ανάπτυξη αιολικών επενδύσεων από ιδιώτες: ανακήρυξη έργων ΑΠΕ σαν ισότιμα με τα έργα εθνικής άμυνας, διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών φορέων, ευνοϊκές διατάξεις για το τυπικό αντάλλαγμα της χρήσης γης στα δάση, δυνατότητα εγκατάστασης σε δασικές εκτάσεις, κ.τ.λ.. Αυτή η ανάπτυξη είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθώς αφορούσε συστήματα που λειτουργούν στα πρότυπα των συμβατικών μονάδων παραγωγής ενέργειας και απαιτούν οικονομίες κλίμακας. Όπως παρατηρεί και η Αγγελοπούλου Β. (2014), «δεν έρχονται να καλύψουν τοπικές ανάγκες, δεν εστιάζουν στη φιλοσοφία της αποκέντρωσης και της ανάγκης για διασπορά των παραγωγικών δραστηριοτήτων και των κέντρων λήψης των αποφάσεων αλλά απαιτούν συστήματα με οικονομική βιωσιμότητα». Νέες εταιρείες, σε συνεργασία με μεγάλες εταιρείες ΑΠΕ του εξωτερικού, αναδύονται ως πρωταγωνιστές αυτών των εξελίξεων. Τα νέα τοπία που άρχισαν να διαμορφώνονται ιδίως στις περιοχές με ισχυρό αιολικό δυναμικό, όπως η Θράκη, η Εύβοια, η Λακωνία και η Αρκαδία, οι οποίες είχαν πριμοδοτηθεί και από τη σχετική χωροταξική νομοθεσία (βλ. ΕΧΣ ΑΠΕ), αποτέλεσαν και την έκφραση αυτής της ανάπτυξης. Ο ντόπιος πληθυσμός βίωσε αυτές τις αλλαγές ως μία επένδυση κάποιων εταιρειών στην οποία είχαν περιορισμένο έλεγχο και οφέλη. Αυτή η αντίληψη σιγά-σιγά διαμορφώθηκε και ως προς τις αλλαγές στα τοπία. Οι νέοι δρόμοι και οι υποδομές που ανοίγονταν στα βουνά δεν τον συμπεριελάμβαναν αλλά τον προσπερνούσαν. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν συνοδευόταν ούτε από τη δική του ανάπτυξη, ούτε από τη δική του απελευθέρωση από την ενεργειακή εξάρτηση.

    Η σχέση μεταξύ της διαμόρφωσης του τοπίου και της αποδοχής του, αναδεικνύεται σε σχετική έρευνα που συγκρίνει τα διαφορετικά ποσοστά διείσδυσης των ΑΠΕ σε 6 ευρωπαϊκές χώρες (Toke, Breukers & Wolsink, 2008). Ανάμεσα στους παράγοντες που αναδύονται ως σημαντικοί είναι και το καθεστώς ιδιοκτησίας όπου σε χώρες όπως η Γερμανία και η Δανία, οι ΑΠΕ έχουν εξαπλωθεί περισσότερο, με την παρουσία ενεργειακών συνεταιριστικών μορφών. Σύμφωνα με άλλες μελέτες που ασχολούνται με την στάση των τοπικών κοινοτήτων απέναντι στα έργα ΑΠΕ, ένας παράγοντας που αποδεικνύεται να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη στάση, είναι οι διαδικασίες συμμετοχής των κοινοτήτων στο σχεδιασμό αυτών των έργων (Peterson, T. R., Stephens, J. C., & Wilson, E. J. ,2015; Wolsink, M., 2007; Devine-Wright, P., 2005). Οι τοπικές κοινότητες, λοιπόν, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη στάση τους απέναντι στις ΑΠΕ ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής τους στη διαχείριση αυτών των έργων και στα οφέλη από αυτά.

    Κατά την τελευταία φάση εξέλιξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα, με την απελευθέρωση της αγοράς, τη δημιουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας και την εκτόξευση των τιμών, μεγάλωσε η απόσταση μεταξύ εκείνων που βιώνουν τις επιπτώσεις από την εγκατάσταση των έργων ΑΠΕ, και του οφέλους από αυτά. Η υπόσχεση της «δωρεάν ενέργειας» και της απελευθέρωσης που έφερνε το οικολογικό κίνημα από τη δεκαετία του ’70 μετατράπηκε σε ένα παιχνίδι κερδοσκοπίας γύρω από κοινά αγαθά όπως ο ήλιος και ο αέρας. Συνεπώς, τα νέα αυτά τοπία, ενσαρκώνοντας αυτό το παιχνίδι, έχουν αποκτήσει την εικόνα ενός «τοπίου υφαρπαγής4». Στα νέα τοπία των ΑΠΕ, που έχουν αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν στην διεθνή κλίμακα οικονομίας επενδύσεων, οι ανεμογεννήτριες στέκουν στο φαντασιακό αυτών που τα βιώνουν όχι ως η ιστορική συνέχεια των αντλητικών ανεμόμυλων του οροπεδίου Λασιθίου, αλλά ως οι γίγαντες του Δον Κιχώτη.

    Αυτή η διαδρομή λοιπόν έχει διαμορφώσει την αντίληψη μας για αυτά τα νέα τοπία: από την ουτοπία των οικολόγων της δεκαετίας του 1970 και τα πειραματικά στάδια ανάπτυξης των ΑΠΕ, στην ενεργειακή αυτονομία των νησιών και τη συμμετοχή των τοπικών παραγόντων, και από εκεί στο νέο παραγωγικό «Ελ Ντοράντο» για τους επενδυτές και την αποξένωση από τις τοπικές κοινότητες. Και εμείς που ζήσαμε με την ενεργειακή αυτονομία που παρείχαν οι ΑΠΕ στα σπίτια των γονιών μας, με την απελευθερωτική υπόσχεση να πάρουμε στα χέρια μας την παραγωγή ενέργειας, θα βλέπουμε τις ανεμογεννήτριες που σηκώνονται στο βουνό πίσω από αυτά τα σπίτια ως έναν «κλέφτη» ενός οράματος μίας ριζοσπαστικής οικολογίας.


    Παραπομπές

    1 Απόσπασμα από το βιβλίο Πως ανακάλυψα την Αμερική, Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1998. Ταυτόχρονα όμως ο Μαγιακόφσκι μας δίνει και το Σικάγο ενός ντόπιο ποιητή του Καρλ Σαντμπουγκ: «Σικάγο, ένα γουρουναστάσι του κόσμου για σφαγείο, ένα σεντούκι εργαλεία, μια αποθήκη σταριού. / Σικάγο, ο χαμάλης της χώρας που παίζει στα δάχτυλα τα τρένα, ένας ζόρικος βραχνίαρης νταής του γλεντιού. / Σικάγο, η πόλη με τις φαρδιές τις πλάτες..»Antrop, M., & Van Eetvelde, V. (2017). Landscape perspectives. The Holistic Nature of Landscape100, 1-23.

    2. Aggelopoulou, V. (2014). Aspects of the Development of Wind Energy in Greece: From History of Technology to Technological Policy (Doctoral dissertation, Ph. D. Thesis, National and Kapodistrian University of Athens). / Αγγελοπούλου Β. (2014). Πτυχές της ανάπτυξης της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα: από την ιστορία της τεχνολογίας στην τεχνολογική πολιτική (Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

    3. Devine‐Wright, P. (2005). Beyond NIMBYism: towards an integrated framework for understanding public perceptions of wind energy. Wind Energy: An International Journal for Progress and Applications in Wind Power Conversion Technology, 8(2), 125-139.

    4. Peterson, T. R., Stephens, J. C., & Wilson, E. J. (2015). Public perception of and engagement with emerging low-carbon energy technologies: A literature review. MRS Energy & Sustainability2, E11.

    Βιβλιογραφία

    Toke, D., Breukers, S., & Wolsink, M. (2008). Wind power deployment outcomes: How can we account for the differences?. Renewable and sustainable energy reviews12(4), 1129-1147.

    Wolsink, M. (2007). Wind power implementation: the nature of public attitudes: equity and fairness instead of ‘backyard motives’. Renewable and sustainable energy reviews11(6), 1188-1207.

    Μάκη, Τ., & Βελεγράκης, Γ. (2022). Αιολικά πάρκα και υφαρπαγή γης στη μεταμνημονιακή εποχή: το παράδειγμα της νησιωτικής Ελλάδας, Γεωγραφίες, 68-83.

    Το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στην ύλη του 9ου τεύχους του περιοδικού, χειμώνας 2025.

    Ηλεκτρονική μορφή | Έντυπη παραγγελία